Η αλήθεια για τους γονείς που φωνάζουν στα παιδιά - Childit
Now Reading
Η αλήθεια για τους γονείς που φωνάζουν στα παιδιά

Η αλήθεια για τους γονείς που φωνάζουν στα παιδιά

Η αλήθεια για τους γονείς που φωνάζουν στα παιδιά

Σημαντική σημείωση: Το να βάλετε κάποια στιγμή τις φωνές είναι κατανοητό και ανθρώπινο – πάντα ωστόσο πρέπει να υπάρχει επανόρθωση και αποκατάσταση με το παιδί.

Κάθε φορά που βλέπω τίτλους ή memes που μας λένε να σταματήσουμε να φωνάζουμε στα παιδιά μας, μια πλευρά μου θέλει να φωνάξει πίσω. Πρόσφατα έπεσα πάνω σε ένα κείμενο στην Washington Post με θέμα «Πώς (και γιατί) να σταματήσετε να φωνάζετε στα παιδιά σας». Η λογική του βασιζόταν στη «gentle parenting» προσέγγιση και επικαλούνταν τη νευροεπιστήμη για να υποστηρίξει ότι οι φωνές βλάπτουν τα παιδιά. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ηρεμία δεν βοηθά. Είναι ότι συχνά λείπει η απαραίτητη λεπτότητα, κι έτσι το μήνυμα καταλήγει να γεννά περισσότερη ενοχή και ντροπή στους γονείς.

Την ίδια μέρα που διάβασα εκείνο το κείμενο, βρέθηκα σε μια έντονη αντιπαράθεση με τον 9χρονο γιο μου. Εκείνος στην κορυφή της σκάλας, εγώ στο κάτω μέρος, να επαναλαμβάνουμε τα ίδια επιχειρήματα σε έναν κύκλο που δεν οδηγούσε πουθενά. Την ώρα που ύψωνα τη φωνή μου, το σκεφτόμουν καθαρά: «Δεν προχωράμε». Κι όμως, σε εκείνη την εξαντλημένη κατάσταση ενός συνηθισμένου βραδιού μέσα στην εβδομάδα, δεν μπορούσα να «σπάσω» εύκολα τον μηχανισμό. Ο σύντροφός μου μπήκε, με αντικατέστησε για λίγο, και η βραδιά συνέχισε. Παλαιότερα θα με κατέβαζα ψυχολογικά για αυτό. Αυτή τη φορά, όχι. Παρά τις δραματικές προειδοποιήσεις που συχνά ακούγονται, δεν ένιωσα ότι ένα μεμονωμένο επεισόδιο σημαίνει αυτομάτως βλάβη, ούτε ότι πρέπει να με κατακλύσει η ντροπή. Και υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι.

Τι εννοούμε όταν λέμε «φωνάζω»;

Πρώτα πρέπει να συμφωνήσουμε τι ακριβώς περιγράφουμε. Είναι «φωνές» το να μιλάς με πιο δυνατή ένταση επειδή έχεις πει κάτι πολλές φορές και δεν υπάρχει ανταπόκριση; Έχει μεγαλύτερη σημασία η ένταση, η πρόθεση ή το περιεχόμενο; Πολλά κείμενα για γονείς χρησιμοποιούν τον όρο χωρίς σταθερό ορισμό, ενώ στην επιστήμη της συμπεριφοράς ο ορισμός είναι το σημείο εκκίνησης. Χωρίς αυτόν, τα συμπεράσματα γίνονται θολά.

Για παράδειγμα, η «κραυγή» ή το «ουρλιαχτό» δεν είναι το ίδιο με το να υψώνεις τη φωνή σου. Συχνά συνδέεται με συναγερμό και κίνδυνο, άρα από τη φύση του είναι πιο τρομακτικό και απορρυθμιστικό για όποιον το ακούει. Αρκετοί που δίνουν συμβουλές γονεϊκότητας επικαλούνται τη νευροεπιστήμη ως απόλυτη απόδειξη ότι κάθε φωνή κάνει ζημιά. Στο άρθρο της Washington Post αναφερόταν ότι το να φωνάζει ένας γονιός για ένα καθημερινό θέμα μπορεί να προκαλεί δυνητικά «την ίδια» εγκεφαλική αντίδραση με μια φωνή για λόγους ασφάλειας.

Όμως τέτοιες βεβαιότητες είναι συχνά θεωρητικές και, όταν παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητες, μετατρέπουν ένα πολύπλοκο ζήτημα σε απλοϊκή απαγόρευση. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φωνάξεις. Και η περιγραφή που συναντά κανείς σε ορισμένα άρθρα δεν ταιριάζει πάντα με το τι συμβαίνει σε πολλά σπίτια.

Η αλήθεια για τους γονείς που φωνάζουν στα παιδιά

Γιατί φωνάζουν οι γονείς;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, το να υψώσει ένας γονιός τη φωνή δεν είναι «στρατηγική»· είναι αντίδραση. Είναι εκνευρισμός, ανυπομονησία, πίεση, υπερκόπωση. Λίγοι γονείς θα πουν ότι φωνάζουν επειδή «πιάνει». Συνήθως συμβαίνει όταν νιώθουν ότι έχουν φτάσει στα όριά τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά πρέπει να πληρώνουν το τίμημα του στρες των ενηλίκων. Σημαίνει όμως ότι, αντί να μένουμε στην καταγγελία, χρειάζεται να δούμε τι συμβαίνει γύρω από τον γονιό: έλλειψη ύπνου, πολλαπλές υποχρεώσεις, ελάχιστη βοήθεια, συνεχής πίεση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα μεμονωμένο ξέσπασμα δεν ισοδυναμεί αυτόματα με μια δυναμική φόβου ή κακοποίησης. Ακούγεται προκλητικό να ειπωθεί ότι «μπορεί να είναι ΟΚ» να φωνάξεις. Γι’ αυτό χρειάζονται σαφείς παράμετροι που κάνουν τη διαφορά.

  • Το περιεχόμενο μετρά περισσότερο από την ένταση. Δεν χωρούν προσβολές, χαρακτηρισμοί, ταπείνωση ή απειλές. Αυτά συνιστούν λεκτική κακοποίηση και είναι επιβλαβή ανεξάρτητα από το πόσο δυνατά ειπώθηκαν.
  • Η συχνότητα αλλάζει το νόημα. Αν οι φωνές είναι το «μόνιμο κλίμα» στο σπίτι, τότε δεν υπάρχει αίσθηση ασφάλειας και σύνδεσης. Αν ένα παιδί ή ένας γονιός νιώθει ότι «πάντα φωνάζουμε εδώ μέσα», αυτό είναι καμπανάκι που χρειάζεται αντιμετώπιση.
  • Παρατηρήστε την αντίδραση του παιδιού. Αν το παιδί δείχνει φοβισμένο, υπάρχει πρόβλημα και χρειάζεται άμεση διακοπή. Όταν ενεργοποιείται το κέντρο του φόβου (αμυγδαλή), μπαίνει σε λειτουργία «μάχης ή φυγής», και αυτό δεν είναι το συναίσθημα που θέλουμε να συνδέει το παιδί με τον γονιό.

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική λεπτομέρεια: δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι οι περιστασιακές φωνές, όπως συμβαίνουν σε πολλές οικογένειες, «χτίζουν» το ίδιο νευροβιολογικό αποτύπωμα με τις επαναλαμβανόμενες, τρομακτικές και κακοποιητικές εμπειρίες. Η χρόνια υπερενεργοποίηση του φόβου συνδέεται με επαναλαμβανόμενη απειλή και τρόμο, όχι με ένα σποραδικό «ντύσου τώρα!» σε μια πιεσμένη στιγμή. Επιπλέον, σε πολλές σχέσεις γονιού-παιδιού υπάρχει θεμέλιο ζεστασιάς και αγάπης που λειτουργεί ως προστατευτικό πλαίσιο. Αυτό δεν είναι «άδεια» για να φωνάζουμε. Οι περισσότεροι νιώθουν καλύτερα όταν οι εντάσεις μειώνονται, και οι τεχνικές αυτορρύθμισης σε δύσκολες στιγμές είναι χρήσιμες. Ωστόσο, η ενοχή σε μικρή δόση μπορεί να λειτουργήσει ως σήμα ότι απομακρυνθήκαμε από τις αξίες μας. Το κρίσιμο είναι τι ακολουθεί μετά: η επανόρθωση.

Δείτε Επίσης

Η αλήθεια για τους γονείς που φωνάζουν στα παιδιά

Ο ρόλος της προσωπικής ιστορίας του γονιού

Αν ένας γονιός μεγάλωσε σε περιβάλλον με τοξικές φωνές, τότε ακόμη και μια ήπια ένταση μπορεί να βιώνεται σαν κίνδυνος. Μπορεί να ενεργοποιεί αναμνήσεις και σωματική αντίδραση φόβου. Για αυτούς τους ανθρώπους, η επιδίωξη ενός σπιτιού με μηδενικές φωνές μπορεί να είναι αναγκαία για την ψυχική τους υγεία και την αίσθηση ασφάλειας στην οικογένεια. Αυτό που χρειάζεται προσοχή είναι η γενίκευση ότι κάθε γονιός που υψώνει τη φωνή του βλάπτει αυτόματα το παιδί και «πρέπει» να μην ξανασυμβεί ποτέ. Αυτή η απόλυτη οδηγία μπορεί να έχει και ανεπιθύμητες συνέπειες.

Αξίζει να σκεφτούμε τι μπορεί να πάει στραβά όταν ο στόχος γίνεται ένα άκαμπτο «ποτέ ξανά». Μερικές φορές, η φωνή είναι μια αυθεντική εκφόρτιση συναισθήματος, συνήθως απογοήτευσης, που –αν δεν ξεπερνά τα όρια– μπορεί να επιτρέψει να προχωρήσει η κατάσταση. Η έκφραση, αντί της καταπίεσης, είναι κομμάτι της ψυχικής υγείας. Η ντροπή συχνά οδηγεί σε μεγαλύτερη καταστολή, και αυτό μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα μιας πιο ανεξέλεγκτης έκρηξης αργότερα. Η σύγκρουση, ακόμη κι όταν ανεβαίνουν οι τόνοι, μπορεί να γίνει ευκαιρία διδασκαλίας: να αναλάβουμε ευθύνη, να συνδέσουμε τη συμπεριφορά με το συναίσθημα, και να επιστρέψουμε στη σχέση με ζεστασιά. Έτσι, το παιδί μαθαίνει ότι οι διαφωνίες σε μια στενή, αγαπητική σχέση δεν σημαίνουν καταστροφή. Μαθαίνει ότι η αποκατάσταση είναι εφικτή και ότι η οικειότητα μπορεί να αντέξει τις δύσκολες στιγμές.

Λίγες ώρες μετά τον δικό μας καβγά, μίλησα με τον γιο μου. Την ώρα που τον έβαζα για ύπνο, πήρα την ευθύνη και ζήτησα συγγνώμη. Του είπα ότι λυπάμαι για την ένταση και ότι ένιωθα… και πριν τελειώσω, συμπλήρωσε: «κουρασμένη!». Είχε δίκιο. Του εξήγησα ότι ήμουν και απογοητευμένη, επειδή ανησυχούσα πως αν αλλάζαμε τη ρουτίνα ύπνου δεν θα λειτουργούσε. Του είπα επίσης ότι τελικά τα κατάφερε και ότι το εκτίμησα. Ένευσε ότι κατάλαβε. Δεν υπήρξαν «βαριά» συναισθήματα που να έμειναν. Σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούν η αγάπη, η ασφάλεια και η σύνδεση, αυτό το πλαίσιο είναι που δίνει το πραγματικό νόημα σε ένα μεμονωμένο επεισόδιο.

Scroll To Top