Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα για να είσαι καλός γονιός - Childit
Now Reading
Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα για να είσαι καλός γονιός

Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα για να είσαι καλός γονιός

Δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα για να είσαι καλός γονιός

Μερικές φορές, το πιο σημαντικό μάθημα που μπορεί να δώσει ένας γονιός στο παιδί του είναι να παραδεχτεί πως δεν γνωρίζει.

Τα παιδιά έχουν μια αστείρευτη ανάγκη να καταλαβαίνουν τον κόσμο γύρω τους. Ρωτούν για τα πάντα: γιατί ο ουρανός αλλάζει χρώμα, πώς γεννιούνται τα ζώα, γιατί οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, τι βρίσκεται πίσω από κάθε μικρή ή μεγάλη απορία τους. Και κάπου ανάμεσα στις δεκάδες ερωτήσεις της ημέρας, υπάρχει μια φράση που οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να πουν: «Δεν ξέρω». Κι όμως, το να μην έχει ένας γονιός όλες τις απαντήσεις δεν είναι αδυναμία. Αντίθετα, μπορεί να γίνει ένα πολύτιμο μάθημα για το παιδί. Γιατί του δείχνει ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τα πάντα για να αισθανόμαστε ασφαλείς, επαρκείς και σίγουροι για τον εαυτό μας.

Όταν το «δεν ξέρω» δεν έχει θέση στο σπίτι

Υπάρχουν γονείς που, μπροστά σε μια ερώτηση του παιδιού, αισθάνονται ότι πρέπει οπωσδήποτε να δώσουν μια απάντηση. Ακόμη κι όταν δεν είναι απολύτως βέβαιοι, θα προσπαθήσουν να εξηγήσουν, να υποθέσουν ή να βρουν μια γρήγορη λύση. Για ένα παιδί, αυτό μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει μια συγκεκριμένη εικόνα: οι μεγάλοι ξέρουν και τα παιδιά μαθαίνουν. Η αβεβαιότητα μοιάζει με κάτι που πρέπει να εξαφανιστεί όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Όμως η πραγματική μάθηση δεν λειτουργεί έτσι.

Το παιδί χρειάζεται να δει ότι υπάρχουν ερωτήσεις χωρίς άμεση απάντηση, πράγματα που ακόμη δεν γνωρίζουμε και στιγμές στις οποίες χρειάζεται να ψάξουμε, να ρωτήσουμε ή απλώς να περιμένουμε. Ένα παιδί δεν χρειάζεται έναν γονιό που τα ξέρει όλα Όταν ένας γονιός λέει «δεν ξέρω, ας το ψάξουμε μαζί», το παιδί δεν ακούει απλώς μια απάντηση αλλά βλέπει έναν ενήλικα που δεν φοβάται την άγνοια. Μαθαίνει ότι η γνώση δεν είναι κάτι στατικό και ότι το να μην έχουμε μια απάντηση σήμερα δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τη βρούμε αύριο. Παράλληλα, μαθαίνει μια πολύ σημαντική δεξιότητα: να ξεχωρίζει αυτό που γνωρίζουμε από αυτό που υποθέτουμε.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς μεγαλώνει. Στην καθημερινότητά του θα συναντήσει ανθρώπους που μιλούν με απόλυτη σιγουριά, ακόμη κι όταν δεν έχουν όλες τις πληροφορίες. Θα χρειαστεί λοιπόν να μπορεί να αναρωτιέται: «Το ξέρουμε αυτό ή απλώς το πιστεύουμε;»

Τι συμβαίνει όταν φοβόμαστε να κάνουμε λάθος;

Η σχέση που έχει ένα παιδί με το λάθος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από όσα βλέπει στους σημαντικούς ενήλικες γύρω του. Αν βλέπει έναν γονιό να διορθώνει ήρεμα τον εαυτό του, να λέει «έκανα λάθος» ή «τελικά είχα άδικο», μαθαίνει ότι η αλλαγή γνώμης δεν είναι ντροπή.

Αντίθετα, όταν οι ενήλικες προσπαθούν συνεχώς να υπερασπιστούν κάθε απάντησή τους, το παιδί μπορεί να συνδέσει το λάθος με την αποτυχία ή την έκθεση. Και τότε, μεγαλώνοντας, μπορεί να δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι δεν γνωρίζει κάτι, να ζητήσει βοήθεια ή ακόμη και να δοκιμάσει κάτι στο οποίο δεν είναι καλό από την αρχή.

Η αβεβαιότητα δεν είναι εχθρός

Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν άβολα όταν δεν έχουν μια ξεκάθαρη απάντηση. Θέλουν να καταλήξουν γρήγορα σε ένα συμπέρασμα, να εξηγήσουν τι συμβαίνει ή να βρουν μια βεβαιότητα που θα τους κάνει να αισθανθούν καλύτερα. Αυτή η ανάγκη για σιγουριά μπορεί να ξεκινά από πολύ νωρίς.

Ένα παιδί που μαθαίνει ότι κάθε ερώτηση πρέπει να έχει άμεση απάντηση μπορεί αργότερα να δυσκολεύεται περισσότερο να παραμείνει σε μια κατάσταση αβεβαιότητας. Μπορεί να βιάζεται να αποφασίσει, να υπερασπίζεται μια άποψη ακόμη κι όταν εμφανίζονται νέα δεδομένα ή να αισθάνεται άβολα όταν κάποιος του λέει «δεν είσαι σωστός». Η ικανότητα όμως να πούμε «ίσως κάνω λάθος» είναι σημαντικό κομμάτι της μάθησης.

Και τι γίνεται όταν το παιδί ζητά βοήθεια;

Ένα ακόμη μάθημα που μπορεί να πάρει το παιδί από τη στάση των γονιών του αφορά τη βοήθεια. Αν βλέπει ότι ο ενήλικας προσπαθεί πάντα να τα καταφέρει μόνος του και αποφεύγει να παραδεχτεί ότι δεν γνωρίζει κάτι, μπορεί να μάθει πως το να ζητάμε βοήθεια σημαίνει ότι δεν είμαστε αρκετά ικανοί. Έτσι, ακόμη κι όταν δυσκολεύεται, μπορεί να επιμένει μόνο του, να καθυστερεί να ζητήσει υποστήριξη ή να αποφεύγει εντελώς κάτι που φοβάται ότι δεν θα καταφέρει.

Αντίθετα, ένας γονιός που λέει «δεν ξέρω πώς γίνεται, ας το μάθουμε μαζί» δίνει ένα διαφορετικό μήνυμα:

Δεν χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα για να μπορείς να προχωρήσεις.

Το «δεν ξέρω» ανοίγει χώρο για μάθηση

Η φράση «δεν ξέρω» δεν χρειάζεται να είναι το τέλος μιας συζήτησης. Μπορεί να είναι η αρχή της.

«Δεν ξέρω. Θες να το ψάξουμε;»

Δείτε Επίσης

«Δεν είμαι σίγουρος. Ας δούμε τι ισχύει.»

«Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.»

«Έχεις δίκιο, τελικά έκανα λάθος.»

Μέσα από τέτοιες μικρές φράσεις, το παιδί βλέπει στην πράξη τι σημαίνει να μαθαίνεις. Βλέπει ότι η γνώση μπορεί να αλλάξει, ότι οι άνθρωποι κάνουν λάθη και ότι η παραδοχή της άγνοιας δεν αφαιρεί την αξία ή την αξιοπιστία μας.

Το πιο σημαντικό μάθημα

Τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς που έχουν απάντηση για κάθε ερώτηση. Χρειάζονται γονείς που μπορούν να τους δείξουν πώς αντιμετωπίζουμε μια ερώτηση όταν δεν έχουμε την απάντηση.

Να ψάχνουμε. Να ρωτάμε. Να ακούμε. Να αλλάζουμε γνώμη. Να διορθώνουμε τα λάθη μας. Να ζητάμε βοήθεια. Και κυρίως, να μπορούμε να πούμε χωρίς φόβο: «Δεν ξέρω ακόμη.»

Γιατί ίσως το πιο χρήσιμο μήνυμα που μπορεί να πάρει ένα παιδί από αυτή τη φράση είναι ότι δεν χρειάζεται να τα ξέρει όλα για να αξίζει, να προσπαθεί και να προχωρά. Μερικές φορές, η πιο σημαντική απάντηση ενός γονιού δεν είναι αυτή που δίνει στο παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο του δείχνει ότι μπορεί να αναζητήσει μόνο του την επόμενη.

Scroll To Top