TOP

Από το δικαίωμα στην τεμπελιά του Πωλ Λαφάργκ και το dolce far niente, δηλαδή το εγκώμιο της απραξίας έχουμε φτάσει στο σημείο στις μέρες μας να θεωρούμε την απραγία ως έλλειψη ενδιαφέροντος ή ως κάτι σχεδόν ντροπιαστικό. Ειδικά όταν αναφερόμαστε στα παιδιά σχεδόν καταστρατηγούμε το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο και στο χρόνο του να μην κάνουν τίποτα. Γεμίζουμε το πρόγραμμά τους με δραστηριότητες ασχολίες, ενδιαφέροντα, υποχρεώσεις, σε τέτοιο βαθμό που η λίστα μας με όσα θέλουμε ένα παιδί να κάνει μέσα στη μέρα του συνήθως χρειάζεται πάνω από είκοσι τέσσερις ώρες για να συμπληρωθεί ολόκληρη.

Όταν βλέπουμε ένα παιδί χαλαρό το ρωτάμε αυτομάτως «δεν έχεις τίποτα να κάνεις;». Μπορούμε μάλιστα να το βομβαρδίσουμε με ένα σωρό ερωτήσεις μέχρι να βεβαιωθούμε ότι πράγματι δεν έχει τίποτα να κάνει. Προσδίδοντας σε αυτό το «τίποτα» κάτι το ενοχοποιητικό. Όμως όσο σημαντικό είναι για τους μεγάλους να έχουν κάποιες κενές στιγμές μέσα στη μέρα τους για «αγρανάπαυση» του μυαλού τους, άλλο τόσο σημαντικό είναι για το μυαλό και την ψυχή του παιδιού να έχει λίγο χρόνο κενό, απαλλαγμένο απ’ οτιδήποτε, αφιερωμένο σε αυτό το σπουδαίο «τίποτα».

Στην εποχή μας που τα παιδιά από τη μέρα που γεννιούνται δέχονται έναν καταιγισμό ερεθισμάτων, εικόνων, πληροφοριών και γνώσεων, το μυαλό τους γεμίζει από πολύ νωρίς με ένα φορτίο που δεν είναι πάντα ωφέλιμο. Επιπλέον, καμία γνώση δεν αντικαθιστά τη φυσική επαφή με το γνωστικό αντικείμενο και τη βιωματική εμπειρία πρόσληψης των πληροφοριών. Όμως πέρα από τη γνώση που σαφώς είναι σημαντική για κάθε άνθρωπο –επομένως και για κάθε παιδί– είναι μεγάλης σημασίας η διαδικασία της αφομοίωσης και της επεξεργασίας των πληροφοριών. Είναι η στιγμή που χρειάζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος για να ταξινομήσει και να ξεσκαρτάρει όλες τις πληροφορίες που μαζεύει. Αλλά είναι και η στιγμή που ο νους κάνει σχέδια, όνειρα ή αποθηκεύει τις αναμνήσεις. Τέλος, είναι η στιγμή που το μυαλό συνδέεται με τον εσωτερικό κόσμο και το παιδί προσπαθεί να κατανοήσει τι συναισθήματα του δημιουργούν συγκεκριμένες καταστάσεις και εξερευνά τα συναισθήματά του και μαθαίνει να τα διαχειρίζεται.

Συνεπώς, ο φαινομενικά ακίνητος χρόνος του «τίποτα» που βρίσκεται πίσω από τη λέξη «βαριέμαι» είναι ένας χρόνος σημαντικός που το παιδί πρέπει όχι απλώς να έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει αλλά πρέπει να μάθει να αξιοποιεί και πρέπει οι γονείς να ενθαρρύνουν και να καλλιεργούν αυτό το συναίσθημα.

Ακόμα και σε ένα πιο απογυμνωμένο περιεχόμενο, η έννοια της πλήξης και της βαρεμάρας, δεν είναι κάτι που οι γονείς στο άκουσμα της λέξης πρέπει να πανικοβάλλονται ή να ανησυχούν. Ανάλογα με το πώς μπορεί να αντιδράσετε όταν ένα παιδί σας λέει «βαριέμαι» θα εξαρτηθεί αν θα συνδέσει την έννοια του βαριέμαι με κάτι θετικό και δημιουργικό ή με κάτι για το οποίο πρέπει να έχει εκείνο (ή ακόμα κι εσείς ως γονιός του) ένα αίσθημα ενοχής…

Πάνω απ’ όλα δείξτε ότι είναι φυσιολογικό, συνηθισμένο και ενίοτε ωραίο το να βαριέσαι. Στη συνέχεια πριν του προσφέρετε έτοιμες λύσεις και ιδέες και για το τι να κάνει για να μην βαριέται, αφήστε το πρώτα να βρει εκείνο τι θα αποφασίσει να κάνει. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά μπαίνουν στη διαδικασία να σκεφτούν, να επιλέξουν, να βρουν λύση. Κάπως έτσι επίσης δημιουργούνται τα ενδιαφέροντα ή βρίσκουν τι είναι αυτό που θέλουν να κάνουν στον ελεύθερο χρόνο τους. Απομακρύνετε τις καθημερινές την πρόσβαση στα ηλεκτρονικά παιχνίδια και το ίντερνετ κι έχετε υπό έλεγχο την τηλεόραση και τις λοιπές οθόνες γιατί τότε τα παιδιά σπάνια θα έχουν την ευκαιρία να νιώσουν ότι βαριούνται και δεν θα μπορέσουν να ενεργοποιήσουν τις θετικές επιδράσεις και τους απαραίτητους μηχανισμούς της αντι-βαρεμάρας που διαθέτει το ανθρώπινο σύστημα!

Τα βιβλία, τα παζλ, οι γρίφοι, τα σταυρόλεξα, οι κατασκευές ακόμα και η συμμετοχή στις εργασίες που αφορούν ένα σπίτι μπορούν να γίνουν ένας πρώτης τάξεως υλικό από το οποίο μπορούν εκείνα να αντλήσουν ιδέες για να μη βαριούνται. Μιλήστε μαζί τους. Συνήθως η φράση αυτή σημαίνει: «θέλω την προσοχή σου». Κάντε του ερωτήσεις. Παίξτε «ζεστό ή κρύο» ή παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού μες στο σπίτι. Βγάλτε μαζί βόλτα το σκύλο σας. Παίξτε το παιχνίδι: «θυμάσαι τότε που…» και χρησιμοποιήστε αυτό το χρόνο για να φτιάξετε ένα νοητό άλμπουμ αναμνήσεων. Βάλτε το να φτιάξει ή να σας πει μια ιστορία ή ένα ανέκδοτο…

Αλλά ακόμα κι αν χρησιμοποιήσουν το κενό αυτό χρόνο απλώς και μόνο για να πάρουν μια ανάσα ή μόνο για να ονειροπολήσουν… τότε θα έχουν πιάσει το νόημα, και θα ανακαλύψουν ότι η απραξία ή η στιγμιαία ακινησία δεν είναι καθόλου βαρετή αλλά είναι ένας τρόπος να ανοίξουν την πόρτα της φαντασίας και της δημιουργικής σκέψης όπου θα έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν έναν κόσμο μαγικό. Προσοχή, την πόρτα αυτή πρέπει να την βρουν και να την ανοίξουν μόνα τους – εσείς φροντίστε απλώς να έχουν πρόσβαση και να μην είναι καλυμμένη από χιλιάδες άλλα ερεθίσματα και εκατομμύρια πληροφορίες… όσο χρήσιμα κι σημαντικά κι αν τα θεωρείτε.

Καταχώρησε Σχόλιο