TOP

«Πώς τα χειρότερα Χριστούγεννά μας εξελίχθηκαν σε ένα από τα καλύτερα»

Επειδή η πραγματικότητα σπάνια είναι τόσο ειδυλλιακή όσο στις χριστουγεννιάτικες κάρτες, αυτή η ιστορία της Laura Grace Weldon θα σας δώσει δύναμη να αντιμετωπίσετε τις όποιες αντιξοότητες μέσα στις γιορτές.

Περνούσαμε τα χειρότερά μας Χριστούγεννα. Λίγους μήνες νωρίτερα, ο άντρας μου είχε πάθει ένα ατύχημα με το αυτοκίνητο. Ο σπασμένος λαιμός του ήταν σε ανάρρωση, αλλά εξακολουθούσε να υποφέρει από έντονους πονοκεφάλους και, όπως υποψιάζονταν οι γιατροί, πάθαινε μικρά εγκεφαλικά. Δεν ήταν ακόμα σε θέση να επιστρέψει στη δουλειά, έτσι αγωνιζόμασταν να καλύψουμε τα ιατρικά του έξοδα χωρίς κάποιο σταθερό εισόδημα. Επιπλέον, η μητέρα μου πάλευε ενάντια στον καρκίνο, ο αδερφός του άντρα μου ανάρρωνε μετά από μια εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, ενώ ο γιος μου αντιμετώπιζε ένα τόσο σοβαρό άσθμα, που τα επίπεδα οξυγόνου του έφταναν συστηματικά στο επίπεδο «αμέσως στα επείγοντα περιστατικά».

Ήμασταν άφραγκοι και γεμάτοι ανησυχίες. Αλλά επέμενα να γιορτάσω φυσιολογικά τα Χριστούγεννα. Διακόσμησα το σπίτι όπως πάντα, ετοίμασα τις ίδιες λιχουδιές με κάθε χρόνο και πακέταρα για τα παιδιά μας οικονομικά δώρα. Όλοι οι υπόλοιποι στη λίστα μου θα έπαιρναν φέτος κάτι σπιτικό και χειροποίητο.

Κάθε βράδυ, αφού έβαζα για ύπνο τα τέσσερα παιδιά μου, καθόμουν στη ραπτομηχανή και έφτιαχνα δώρα για φίλους και συγγενείς. Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου καθώς τελείωνα τα τελευταία δώρα, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ούτε ένα πραγματάκι να βάλω στις χριστουγεννιάτικες κάλτσες των παιδιών, ούτε χρήματα για να τους αγοράσω ακόμα και ένα πακέτο τσίχλες. Έσκυψα το κεφάλι, υπερβολικά κουρασμένη ακόμα και για να κλάψω. Με είχαν καταβάλει τόσο τα σοβαρότερά μας προβλήματα, που το θέμα με τις χριστουγεννιάτικες κάλτσες με έσπρωξε στα όριά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν εκεί, ανίκανη να επιστρέψω στο ράψιμο, αλλά όταν σήκωσα το κεφάλι μου διαπίστωσα ότι η εντεκάχρονη κόρη μου στεκόταν δίπλα μου. Όταν με ρώτησε τι συνέβαινε, παραδέχτηκα ότι δεν είχα τίποτα να βάλω στις κάλτσες τους. Η απάντησή της μου έφτιαξε τη διάθεση και συνεχίζει να το κάνει κάθε φορά που τη θυμάμαι.

«Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε οικογένεια. Ακόμα και αν βρω κακάκια μέσα στην κάλτσα μου, δεν με νοιάζει!».

Γέλασα τόσο δυνατά και για τόση ώρα, που κάτι άρχισε να ξεκαθαρίζει μέσα μου. Δεν είχα νιώσει τόσο καλά για πολλούς μήνες. Συνεχίσαμε να φλυαρούμε, διακόπτοντας κάθε τόσο την κουβέντα μας με γελάκια.

Το επόμενο πρωί που ξύπνησα συνέχιζα να νιώθω όμορφα. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Κέιτι, απελπισμένη να μου μιλήσει. Η μητέρα ενός φίλου των παιδιών μου, που έδειχνε να έχει μονίμως ένα χαμόγελο στα χείλη. Δυσκολεύτηκα να τη φανταστώ θλιμμένη. Μου είπε ότι δεν ήθελε να το μοιραστεί με άλλους, γιατί μπορεί να ένιωθαν υποχρεωμένοι να τη βοηθήσουν, αλλά αισθανόταν άνετα να μιλήσει σε εμένα, γιατί ήξερε τις οικονομικές δυσκολίες που περνούσε η οικογένειά μου. «Βράζουμε στο ίδιο καζάνι», μου είπε.

Στη συνέχεια η Κέιτι μου αποκάλυψε ότι ο σύζυγός της τη χτυπούσε και ότι τελικά είχε βρει το κουράγιο να του ζητήσει να φύγει. Εκείνος το έκανε, αλλά όχι προτού αδειάσει τους λογαριασμούς της τράπεζας, τους κόψει το ρεύμα, της προκαλέσει μόνιμες βλάβες στο αυτοκίνητο και πάρει μαζί του όλα τα χριστουγεννιάτικα δώρα που είχαν αγοράσει για τα τέσσερα παιδιά τους. Η υπηρεσία ηλεκτρισμού της είχε υποσχεθεί να επαναφέρει το ρεύμα στο κρύο και σκοτεινό σπίτι τους, αλλά δεν είχαν περισσέψει καθόλου χρήματα στην Κέιτι για ψώνια και δώρα για τα παιδιά της. Συνέχισε λέγοντας ότι σύντομα όλοι θα γνώριζαν τα προβλήματά της. Οι γείτονές της θα πρόσεχαν ότι ο σύζυγός της φεύγοντας είχε αφήσει με τη γροθιά του μια τρύπα στην πόρτα τους.

Ανήσυχοι με την κατάστασή της, συμφωνήσαμε με το σύζυγό μου να κάνουμε κάτι. Πέρασα εκείνη τη μέρα ετοιμάζοντας ένα σχέδιο. Ξεχώρισα το ένα τρίτο των δώρων που είχα τυλίξει για τα παιδιά μας και αφού αφαίρεσα τις ετικέτες τους, τοποθέτησα καινούριες, με τα ονόματα των παιδιών της Κέιτι. Τύλιξα από την αρχή δώρα που μου είχαν στείλει φίλοι και συγγενείς, τοποθετώντας πάνω το όνομα της Κέιτι. Στο μεταξύ, μου τηλεφώνησε η φίλη μου η Ρέιτσελ, η οποία δεν γνώριζε την Κέιτι. Της περιέγραψα την κατάσταση, χωρίς να αποκαλύψω την ταυτότητα της Κέιτι. Λίγες ώρες μετά, η Ρέιτσελ εμφανίστηκε στο κατώφλι μου με ένα κουτί σπιτικά μπισκότα και μια κάρτα που περιείχε 100 δολάρια. Μου είπε ότι είχε εξηγήσει στη μητέρα της την κατάσταση και πως η μητέρα της επέμενε να δώσει σακούλες γεμάτες τρόφιμα και χριστουγεννιάτικα γλυκά.

Γύρω στα μεσάνυχτα, φορτώσαμε με το σύζυγό μου το αυτοκίνητό μας και οδηγήσαμε μέχρι τη γειτονιά της Κέιτι. Χιόνιζε και είχε πανσέληνο, λες και ήμασταν σε χριστουγεννιάτικη ταινία. Ο άντρας μου έκλεισε τα φώτα του αυτοκινήτου και έσβησε τη μηχανή καθώς πλησιάζαμε. Ξεφορτώσαμε αθόρυβα τα ψώνια και τα δώρα στην αυλή της και μετά χτυπήσαμε το κουδούνι φωνάζοντας «Καλά Χριστούγεννα!», τρέχοντας να επιστρέψουμε στο αυτοκίνητο για να φύγουμε. Όταν ήμασταν μερικά σπίτια πιο κάτω, είδα ότι η Κέιτι είχε ανοίξει την πόρτα. Είχε σηκώσει τα χέρια της κάνοντας μια χειρονομία έκπληξης και χαράς μαζί.

Η Κέιτι μου τηλεφώνησε το επόμενο πρωί. Είπε το προηγούμενο βράδυ υπήρχε μια κινητικότητα στην είσοδο του σπιτιού της και όταν πήγε να ανοίξει την πόρτα, αναρωτώμενη τι είχε συμβεί, βρήκε το κατώφλι της γεμάτο δώρα και τρόφιμα.

«Δεν θα το πίστευες», συνέχισε. «Τα δώρα είχαν επάνω τα ονόματα των παιδιών και ήταν τα ιδανικά για την ηλικία τους. Υπήρχαν ακόμα και δώρα για μένα. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ποιος θα μπορούσε να το έχει κάνει. Γιατί δεν μου άφησαν το όνομά τους για να τους ευχαριστήσω;».

Το μόνο που μπορούσα να της πω ήταν ότι όποιος της άφησε τα δώρα εκείνο το βράδυ ήθελε εκείνη η χειρονομία να παραμείνει μια απλή έκφραση αγάπης. Είπε ότι τα παιδιά της θεωρούσαν ότι τα Χριστούγεννα είχαν κάνει το θαύμα τους.

Μια μικρή χειρονομία γενναιοδωρίας δεν μπορεί να αποζημιώσει την οικογένεια της Κέιτι για ό,τι περνάει. Αλλά καθώς απομακρυνόμασταν με το σύζυγό μου, νιώσαμε μια ευφορία που ακόμα και τα δικά μας προβλήματα δεν μπορούσαν να μειώσουν. Αυτό το συναίσθημα συνέχισε να μας ακολουθεί. Μας βοήθησε να τα βγάλουμε πέρα όταν τα προβλήματά μας επιδεινώθηκαν προτού αρχίσουν να βελτιώνονται. Ακόμα και όταν η κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε έδειχνε αδιέξοδη, με το σύζυγό μου μπορούσαμε να κρατηθούμε από την αίσθηση απόλυτης γαλήνης που νιώσαμε εκείνα τα λεπτά που βρεθήκαμε στο κατώφλι της Κέιτι. Νομίζω ότι δεν υπάρχει λέξη να περιγράψει αυτό το συναίσθημα: ένα μείγμα ηρεμίας, προοπτικής και απόλυτης ευτυχίας. Πιο πολύτιμο από οποιοδήποτε τυλιγμένο πακέτο.

Επιπλέον, εκείνα τα Χριστούγεννα ο αδερφός μου έκανε δώρο στην κόρη μου, που τότε ονειρευόταν να γίνει παλαιοντολόγος, το τέλειο δώρο. Κοπρολίτη. Ή αλλιώς απολιθωμένα κόπρανα. Το θεώρησε αστείο, παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να καταλάβει γιατί μόλις το είδα άρχισα να κλαίω μέχρι δακρύων.

Καταχώρησε Σχόλιο