TOP

Νέα έρευνα ισχυρίζεται ότι οι έφηβοι είναι λιγότερο πιθανό να συνεργαστούν και να υπακούσουν στα αιτήματα της μητέρας τους, όταν αυτά εξαγγέλλονται σε έναν συγκεκριμένο τόνο φωνής – αυτόν που υποδηλώνει εξουσία ή έλεγχο!

Το να απευθύνεσαι στον γιο ή την κόρη σου σε έναν πιεστικό τόνο φωνής δημιουργεί επίσης μια σειρά αρνητικών συναισθημάτων και δεν διευκολύνει την προσέγγιση ή επικοινωνία μεταξύ γονιών και παιδιών στην εφηβεία, αποκαλύπτει η μελέτη.

Η πειραματική μελέτη που περιλαμβάνει περισσότερους από 1.000 έφηβους ηλικίας 14-15 ετών είναι η πρώτη που εξετάζει πώς οι έφηβοι ανταποκρίνονται στον τόνο της φωνής όταν λαμβάνουν οδηγίες από τις μητέρες τους, ακόμα και όταν οι συγκεκριμένες λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι ακριβώς οι ίδιες.

Dr Netta Weinstein, από το Πανεπιστήμιο του Cardiff, δήλωσε: «αν οι γονείς επιθυμούν οι συζητήσεις που κάνουν με τους εφήβους τους να έχουν τα μέγιστα αποτελέσματα, είναι σημαντικό να θυμούνται να χρησιμοποιούν υποστηρικτικό τόνο φωνής. Είναι εύκολο οι γονείς να ξεχαστούν, ειδικά όταν οι ίδιοι αισθάνονται άγχος, είναι κουρασμένοι ή έχουν πίεση».

Η μελέτη έδειξε ότι οι συμμετέχοντες ήταν πολύ πιο πιθανό να συμμετάσχουν σε οδηγίες που μεταβίβαζαν μια αίσθηση ενθάρρυνσης και στήριξης κι υποδήλωναν το δικαίωμα επιλογής.

Τα αποτελέσματα, μολονότι έχουν προφανές ενδιαφέρον για τους γονείς, θα μπορούσαν επίσης να είναι χρήσιμα για τους δασκάλους, των οποίων η χρήση περισσότερης υποστηρικτικής και ενθαρρυντικής γλώσσας θα μπορούσε να επηρεάσει τη μάθηση και την προσήλωση των μαθητών στις τάξεις τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι έφηβοι αισθάνονται ότι έχουν μεγαλύτερη προσοχή, ενδιαφέρον και φροντίδα και  νιώθουν πιο ευτυχισμένοι και ως εκ τούτου προσπαθούν σκληρότερα στο σχολείο, όταν οι γονείς και οι δάσκαλοι μιλάνε με υποστηρικτικά λόγια και όχι πιεστικό τόνο φωνής.

Η νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Developmental Psychology, περιελάμβανε 486 αγόρια και 514 κορίτσια, ηλικίας 14-15 ετών.

Στο πείραμα, κάθε ένα από τα υποκείμενα το καλούσαν τυχαία σε ομάδες όπου ακούγονταν πανομοιότυπα μηνύματα και τα οποία εκφωνούνταν από μητέρες εφήβων είτε σε έναν πιεστικό-αυταρχικό, ενθαρρυντικό-υποστηρικτικό ή ουδέτερο τόνο φωνής.

Οι οδηγίες συνήθως ή εντολές επιβάλλουν πίεση και προσπαθούν να εξαναγκάσουν ή να ωθήσουν τους ακροατές σε δράση. Αντίθετα, όταν τα μηνύματα οδηγιών εκφράζουν «υποστήριξη αυτονομίας» μεταδίδουν ένα αίσθημα ενθάρρυνσης και υποστήριξης δίνοντας το δικαίωμα επιλογής στους ακροατές και ευκαιρία για αυτο-έκφραση.

Κάθε μία από τις μητέρες παρέδωσε 30 προτάσεις που επικεντρώνονταν στο σχολικό έργο και περιλάμβαναν οδηγίες όπως: «Ήρθε η ώρα να πας στο σχολείο», «θα διαβάσεις αυτό το βιβλίο απόψε» και «θα τα πας καλά σε αυτή την εργασία».

Μετά το άκουσμα των μηνυμάτων, κάθε έφηβος πραγματοποίησε μια έρευνα και απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με το πώς θα αισθανόταν αν η μητέρα του είχε μιλήσει με τον συγκεκριμένο τρόπο.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι ο τόνος της φωνής που χρησιμοποιούν οι μητέρες μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις αντιδράσεις συναισθηματικών, σχεσιακών και συμπεριφορικών προθέσεων των εφήβων.

Στα περισσότερα αποτελέσματα, οι έφηβοι που άκουσαν τις μητέρες να κάνουν  τις δηλώσεις τους σε έναν ελεγκτικό τόνο φωνής αντέδρασαν με μη επιθυμητό τρόπο. Αντίθετα, τα μηνύματα που συνοδεύονταν από ενδείξεις αυτονομίας-υποστήριξης τους προκάλεσαν πιο θετικές αντιδράσεις σε σύγκριση με την ακρόαση των μηνυμάτων που οι μητέρες χρησιμοποίησαν ουδέτερο τόνο φωνής.

Τα αποτελέσματα δείχνουν με ακρίβεια πόσο ισχυρή είναι η φωνή μας και ότι η επιλογή του σωστού τόνου για επικοινωνία είναι ζωτικής σημασίας σε όλες τις συνομιλίες μας.

Οι ερευνητές σκοπεύουν τώρα να κάνουν το έργο τους ένα βήμα παραπέρα εξετάζοντας πώς ο τόνος της φωνής μπορεί να επηρεάσει τις φυσιολογικές αντιδράσεις, όπως οι καρδιακοί ρυθμοί ή οι άλλες αντιδράσεις του οργανισμού, και πόσο διαρκείς αυτές οι συνέπειες μπορεί να είναι.

Καταχώρησε Σχόλιο