TOP

Θυμάστε εκείνα τα χρόνια που μεθούσαμε από ελευθερία;

Ένα υπέροχο κείμενο από το ιστολόγιο Coffee and Crumbs, μας υπενθυμίζει ότι οι καλύτερες μέρες είναι μπροστά μας. Αρκεί να το αποφασίσουμε.

«Να κάνουμε ένα πάρτι; Να πάμε για φαγητό σε ένα ακριβό εστιατόριο; Ή να κάνουμε μια ημερήσια στην Ντίσνεϊλαντ;».

Τα μάτια του λάμπουν ενώ συζητάμε πώς θα γιορτάσουμε τα 30α γενέθλιά μου που πλησιάζουν.

«Ντίσνεϊλαντ, ε;». Χαμογελάω. «Λες;».

«Θα είχε πλάκα, έτσι δεν είναι;», μου λέει, προσπαθώντας να διαβάσει το πρόσωπό μου.

Φυσικά και θα είχε πλάκα, αλλά η λογική πλευρά του μυαλού μου αντιστέκεται. Η Ντίσνεϊλαντ είναι ακριβή. Και ποιος θα αναλάβει να κρατήσει τα παιδιά; Και πώς θα πάμε μέχρι εκεί; Εκείνος μου θυμίζει τα έξτρα χρήματα που μαζέψαμε τον προηγούμενο μήνα από υπερωρίες στη δουλειά – τα οποία δεν είχαμε υπολογίσει. Σκέφτομαι όλα τα Υπεύθυνα Πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε με αυτά τα χρήματα: να τα αποταμιεύσουμε για τις σπουδές των παιδιών, να ξεπληρώσουμε την ασφάλεια του αυτοκινήτου, να τα κρατήσουμε για δύσκολες στιγμές, να αγοράσουμε το επιπλέον καθισματάκι αυτοκινήτου που χρειαζόμαστε.

«Πάντα μου λες ότι πρέπει να αρχίσουμε να επενδύουμε περισσότερο σε εμπειρίες και λιγότερο σε πράγματα», μου υπενθυμίζει εκείνος.

Είναι γεγονός: το λέω. Προσπαθώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που κάναμε κάτι αυθόρμητο και ανέμελο και διασκεδαστικό, μόνο οι δυο μας. Δεν μου έρχεται τίποτα στο μυαλό. Τα τελευταία χρόνια η ζωή μας περιστρέφεται γύρω από πάνες και μπουγάδες, μαγειρέματα και επισκέψεις στς γιατρούς. Δουλεύουμε σκληρά, καθαρίζουμε την κουζίνα, πληρώνουμε τους λογαριασμούς, βάζουμε τα παιδιά για ύπνο και πάλι απ’ την αρχή. Έχουμε κάνει πολλά υπεύθυνα πράγματα στο σπίτι μας και ελάχιστα αυθόρμητα. Αρχίζω να σκέφτομαι σοβαρά την ιδέα.

Θα μπορούσαμε όντως να πάμε στην Ντίσνεϊλαντ για μία μέρα, μόνο οι δυο μας;

Αυτό θα είχε πολλή πλάκα.

Θα ήταν πολύ ξεχωριστό.

Και πολύ… ανεύθυνο.

Όταν ήμουν παιδί, η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να μεγαλώσω. Μόνο αυτό ονειρευόμουν: να φοράω αληθινά σουτιέν και ψηλά τακούνια, να δουλεύω σε ένα γραφείο και να τρώω παγωτό για δείπνο.

Ο πεντάχρονος εαυτός μου θα απογοητευόταν αν μάθαινε ότι δεν υπάρχει χειρότερο από τα σουτιέν και τα ψηλά τακούνια, ότι τα γραφεία δεν τα σπάνε και τόσο, και ότι όταν τρως παγωτό αργά το βράδυ το μόνο που καταφέρνεις είναι να φουσκώσεις.

Αυτό που δεν είχα καταλάβει για την ενηλικίωση μέχρι τώρα ήταν η μονοτονία της, που σου μουδιάζει το μυαλό. Η ενήλικη ζωή που είχα φανταστεί ως παιδί δεν περιλάμβανε πράγματα όπως το να αγοράζεις καινούρια λάστιχα για το αυτοκίνητό σου ή να βγάζεις τα σκουπίδια κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Δεν μπορείς να δραπετεύσεις από την ενηλικίωση: θα σε περιμένει στην επόμενη γωνιά.

Σύμφωνοι, μπορείς να πας πού και πού διακοπές, αλλά όταν επιστρέψεις θα πρέπει και πάλι να πληρώσεις τους φόρους σου και να αλλάξεις μπαταρίες στο συναγερμό καπνού που αρχίζει να χτυπάει στις 3 το πρωί.

«Ωχ, όχι», λέει εκείνος.

Είναι 10.30 το βράδυ κάποιας Κυριακής και διπλώνουμε πλυμένα ρούχα στο κρεβάτι. Κρατάει στα χέρια του το καινούριο πουλόβερ που του έκαναν δώρο τα Χριστούγεννα, το οποίο προφανώς μάζεψε στο πλυντήριο.

Ξεκαρδίζομαι στα γέλια. Νομίζω ότι πλέον ταιριάζει περισσότερο στο μικροσκοπικό μου σωματότυπο παρά στο δικό του.

«Δεν είναι αστείο», διαμαρτύρεται.

Ο καημένος.

Σύντομα ολόκληρο το κρεβάτι έχει καλυφθεί με στοίβες διπλωμένων ρούχων. Με ρωτάει για το λογαριασμό των 900 δολαρίων για το γιατρό, για την πρόσφατη αφαίρεση αμυγδαλών του γιου μας. Του υπενθυμίζω ότι εδώ και δύο χρόνια κανένας από τους δυο μας δεν έχει πάει στον οδοντίατρο. Η συζήτηση καταλήγει σε μια λίστα υποχρεώσεων: εσύ θα πληρώσεις εκείνο το λογαριασμό, εγώ θα τηλεφωνήσω σε αυτό το γραφείο, εσύ θα καταθέσεις εκείνο το ποσό, εγώ θα μεταφέρω αυτά τα χρήματα, εσύ θα αλλάξεις λάδια στο αυτοκίνητο, εγώ θα παραγγείλω εκείνο το δώρο των γενεθλίων. Αύριο μπορείς να αγοράσεις πάνες καθώς θα έρχεσαι από τη δουλειά; Και κάψουλες καφέ;

Σβήνουμε τα φώτα στις 11.28. Ονειρεύομαι τρενάκια και τεράστιους Μίκι Μάους.

Θυμάσαι ποιοι ήμασταν προτού έρθουν τα παιδιά; Μου φαίνεται σαν να έχει περάσει μία ολόκληρη ζωή από τότε. Θυμάσαι που μαζεύαμε για δύο χρόνια χρήματα για να πάμε στη Σαντορίνη και να δούμε τον ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα σαν ζωγραφιά; Θυμάσαι τότε που εκείνο το περιστέρι έκανε μια κουτσουλιά στον ώμο σου στη Νέα Υόρκη και μετά γελούσαμε για ώρες; Θυμάσαι όταν με αγκάλιασες από τους ώμους σε εκείνη τη συναυλία, ενώ τα κορμιά μας λικνίζονταν απαλλαγμένα από οποιαδήποτε ανησυχία;

Τότε ήμασταν τόσο νέοι και ηλιοκαμένοι.

Θυμάσαι μια φορά που παίξαμε σε εκείνο το παρακμιακό καζίνο και κερδίσαμε 13 δολάρια; Πήγα κατευθείαν με αυτά τα χρήματα και αγόρασα ένα καινούριο ζευγάρι σανδάλια. Τα έχω ακόμα. Θυμάσαι που πήγαμε οδηγώντας μέχρι την Ουάσινγκτον; Θυμάσαι που είχα απλώσει τα χέρια μου πάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου, στη λιακάδα, ενώ τρώγαμε πατατάκια από τεράστιες σακούλες και μιλούσαμε για το μέλλον;

Θυμάσαι το καλοκαίρι που ερωτευτήκαμε, που εγώ δούλευα ως σερβιτόρα και εσύ μου άφηνες ραβασάκια στις αποδείξεις;

Θυμάσαι πόσο συχνά κρατιόμασταν χέρι χέρι;

Θυμάσαι πόσο συχνά φιλιόμασταν;

Ίσως τελικά πρέπει να πάμε στην Ντίσνεϊλαντ. Ίσως ο γάμος μας χρειάζεται μια περιπέτεια, μια απόδραση, ένα ταξίδι στο πιο χαρούμενο μέρος στον κόσμο. Ίσως μπορούμε για μία ολόκληρη μέρα να ξαναγίνουμε παιδιά. Ίσως μπορούμε να κάνουμε ένα διάλειμμα από τα πιάτα και τους λογαριασμούς και τα παιδιά και τη μονοτονία του να είμαστε υπεύθυνοι ενήλικες και να χαθούμε μέσα στο πάρκο και ο ένας στα μάτια του άλλου.

Ίσως θα είχε… πλάκα.

Κάποιες φορές μου λείπει το να διασκεδάζω μαζί σου.

Αγαπητή γλυκιά ενήλικη αναγνώστρια, πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κοπάνα από την ενήλικη ζωή σου; Πότε ήταν η τελευταία παιδιά που άφησες για λίγο τα παιδιά σου για να ξανανιώσεις παιδί; Πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγες σοκολάτα για μεσημεριανό;

Η Ντίσνεϊλαντ είναι πανάκριβη, το ξέρω. Ας πούμε ότι αυτή θα είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.

Όμως…

Αν η απάντησή σου στα παραπάνω είναι «δεν θυμάμαι», αυτή η συζήτηση σε αφορά. Αρχίζει με τη φύλαξη των παιδιών. Τηλεφώνησε στους παππούδες, κανόνισε να έρθει μια μπέιμπι σίτερ ή ζήτησε από κάποιους φίλους σου να τα κρατήσουν, με αντάλλαγμα να κρατήσεις εσύ τα δικά τους μια άλλη μέρα. Πες τους ότι χρειάζεσαι μια μέρα να πάρεις μια ανάσα και ότι η δεξαμενή διασκέδασής σου κοντεύει να αδειάσει. Τα παιδιά σου θα είναι μια χαρά. Το ξέρω ότι θα μπεις τον πειρασμό να αξιοποιήσεις αυτό το χρόνο σοφά, οδηγώντας μέχρι το σουπερμάρκετ για να αγοράσεις χαρτί υγείας που πάλι σου τελείωσε.

Όμως, άκουσέ με προσεκτικά: θα έχεις όλη την υπόλοιπη ζωή σου να στοκάρεις χαρτί υγείας.

Μη χαραμίσεις αυτή την ευκαιρία.

Θέλω να πας σινεμά. Σινεμά, ναι! Θυμάσαι πόσο νόστιμο είναι το ποπκόρν; Πάρε και νάτσος, γιατί οι θερμίδες δεν μετρούν όταν κάνεις σκασιαρχείο. Τι άλλο; Μίνι γκολφ; Ή συγκρουόμενα; Ή βουτιές σε μια πισίνα ή μια υπαίθρια συναυλία;

Να τι θέλω από εσένα: να μεθύσεις από ήλιο και ελευθερία. Να νιώσεις ζωντανή, χαρούμενη, να ξεχάσεις για λίγο ότι χάλασε το πλυντήριό σου. Να χαμογελάσεις εγκάρδια. Να παραγγείλεις οτιδήποτε άλλο εκτός από σαλάτα. Να ζήσεις τη στιγμή -απόλυτα- και να ανακαλύψεις από την αρχή αυτή την αίσθηση ελευθερίας που έκανε την καρδιά σου να χτυπάει δυνατά προτού η ενηλικίωση πάρει το πάνω χέρι στη ζωή σου.

Θέλω να είσαι ανεύθυνη. Να θυμάσαι πώς είναι να είσαι παιδί, να είσαι αληθινά ανέμελη, να κάνεις κούνια στην παιδική χαρά.

Μόνο για μία μέρα. Μόνο για λίγες ώρες. Όποτε έχεις ευκαιρία.

Σου το υπόσχομαι, δεν θα το μετανιώσεις. Και βάζω στοίχημα ότι τα παιδιά που άφησες στο σπίτι κάποτε θα είναι χαρούμενα που η μαμά τους ξαναέγινε για λίγο παιδί.

Την περασμένη Τρίτη επιβιβαστήκαμε σε ένα αεροπλάνο στην ανατολή του ηλίου και πετάξαμε για την Ντίσνεϊλαντ για να γιορτάσουμε τα 30α μου γενέθλια.

Κρατιόμασταν χέρι χέρι όλη μέρα και έφαγα τόσο πολύ, που μέχρι την ώρα του δείπνου είχα αναγκαστεί να ξεκουμπώσω το παντελόνι μου. Επιστρέψαμε στο Σακραμέντο στις έντεκα το βράδυ και έτρεξα στο αυτοκίνητο να προστατευτώ από το κρύο. Το φωτάκι της βενζίνης άναψε προτού ακόμα φύγουμε από το πάρκινγκ.

Καλά να πάθουμε.

Αλλά μετά θυμήθηκα ότι για μεσημεριανό είχα φάει παγωτό μηχανής και χαμογέλασα.

Καταχώρησε Σχόλιο