TOP

«Η απλή χαρά του να παλεύω με το γιο μου»

Ο Αμερικανός αρθρογράφος και μπαμπάς Geoffrey Redick γράφει για καθημερινές αλλά πολύτιμες στιγμές της πατρότητας.

Σάββατο απόγευμα στο σπίτι. Ένα βιβλίο ανοιχτό στα χέρια μου. Μια γάτα κουλουριασμένη πλάι μου στον καναπέ. Επικρατεί ησυχία. Υπερβολική ησυχία. Υποπτεύομαι ότι πλησιάζει επίθεση.

Και φυσικά, ακούω ποδοβολητά και μια κραυγή. Το αγόρι δίνει ένα άλμα, με τα χέρια του απλωμένα, και με ρίχνει κάτω. Η γάτα φεύγει τρέχοντας. Το αγόρι γυμνώνει τα δόντια του, μουγκρίζει, γαντζώνεται από την πλάτη του.

Δεν ξεκίνησα εγώ τον καβγά. Ο καβγάς ήρθε και με βρήκε.

Ο γιος μου, όταν θέλει ένα βιβλίο ή κάτι να φάει, το ζητάει ευγενικά. Αλλά όταν έρχεται η ώρα της πάλης, δεν υφίσταται καν ερώτηση. Ο παίκτης νούμερο δύο απλά μπαίνει στο παιχνίδι και αρχίζει η μάχη.

Τσουλάμε προς την άκρη του καναπέ και πέφτουμε ελεγχόμενα στο χαλί. Στέκεται στα πόδια του και επιτίθεται ξανά, ορμώντας στο στήθος μου. Ενώ προσγειώνεται τον πιάνω, επιβραδύνοντάς τον αρκετά ώστε να μην καταλήξει με το κούτελο στη γωνία ενός ραφιού.

Αυτός είναι κυρίως ο ρόλος μου στη διάρκεια του παιχνιδιού με το γιο μου: να προλαμβάνω τους τραυματισμούς.

Ο γιος μου ζει τα πάντα έντονα. Γεμίζει το στόμα του με μακαρόνια και κεφτεδάκια. Καταπίνει μεγάλες γουλιές νερού. Λέει ξανά και ξανά το ίδιο αστείο, γελώντας μόνος του. Και όταν παλεύουμε, πέφτει πάνω μου ξανά και ξανά σαν επίμονος πολιορκητικός κριός.

Το σώμα του είναι ταυτόχρονα βαρύ και ανάλαφρο. Την ώρα που πέφτει με ορμή στην πλάτη μου τον αισθάνομαι σαν αθλητή του ράγκμπι που επιτίθεται στον αντίπαλο. Αλλά μπορώ να τον σηκώσω ψηλά, να τον φέρω σβούρα στον αέρα και να τον προσγειώσω μαλακά στον καναπέ, σαν πρωταθλητής στο ρινγκ.

Κουβαλάω το βάρος του εδώ και πέντε χρόνια. Προτού μάθει να μπουσουλάει, κάθε σημείο του σώματός του ήταν καλυμμένο με δαχτυλίδια λίπους, σαν τους κρίκους οδοντοφυΐας που μασουλούσε. Πλέον είναι γεροδεμένος και ψηλός, περισσότερο ψηλός από τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του. Όταν συναντάει κάποιο άλλο μεγαλόσωμο αγόρι ενθουσιάζεται, σαν τα κουτάβια στο πάρκο που συναντώντας άλλα σκυλιά τραβούν με μανία το λουράκι τους. Στο κάμπινγκ πέρυσι το καλοκαίρι, πέρασε ώρες παλεύοντας με ένα άλλο αγόρι. Οι δυο τους γελούσαν μέχρι που τους κοβόταν η ανάσα, αργά μέχρι το σούρουπο.

Στο σπίτι μας, όπου δεν υπάρχει κανένα άλλο γιγαντιαίο νήπιο, τραβάει εμένα πάνω στο ρινγκ. Με κυκλώνει, αναζητώντας αδύναμα σημεία. Διοχετεύει όλη του την ενέργεια σε έναν και μοναδικό σκοπό: να με κατατροπώσει. Παίρνει το παιχνίδι του πολύ σοβαρά και δεν κάνει ποτέ πίσω.

Όπως είχε πει ο Marty στον Rust στην τηλεοπτική σειρά «True Detective», είναι εξωφρενικά αλαζονικό να κάνεις πίσω σε μια μάχη. Αυτό μπορεί να ισχύει ανάμεσα σε δύο άντρες που προσπαθούν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο. Αλλά εγώ δεν είμαι εχθρός με το γιο μου, οπότε εκείνος υπερισχύει ξανά και ξανά. Δεν το κάνω για να προφυλάξω τον εγωισμό του από την ήττα, αλλά για να του δώσω το κίνητρο να συνεχίσει μέχρι να κάψει την τεστοστερόνη που έχει συσσωρευτεί. Να τον εξαντλήσω. Τα παιχνίδια πολέμου οδηγούν στην ειρήνη.

Μόλις εξαντληθεί η ενέργειά του, η μητέρα και η αδερφή του είναι ασφαλής. Παρόλο που η κόρη μου είναι σχεδόν έξι χρόνια μεγαλύτερη, τον ξεπερνά σε βάρος μόλις κατά 7 κιλά, τα τρία από τα οποία είναι τα μαλλιά της Ραπουνζέλ.

Έτσι ξαπλώνω σαν ήρωας σε ταινία δράσης που μπλοφάρει για να κρατήσει αρκετή ώρα απασχολημένο τον κακό ώστε να σώσει τους αθώους πολίτες.

Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι θυσία. Υπάρχει μια κομψότητα στο σωματικό παιχνίδι. Τα στοιχεία που κάνουν το μπάσκετ στο γήπεδο διασκεδαστικό –η μη λεκτική επικοινωνία ανάμεσα στους παίκτες, η προσαρμογή των κινήσεών μας σε εκείνες ενός άλλου ανθρώπου, η ομαδική δουλειά – υπάρχουν και στην πάλη ανάμεσα σε πατέρα και γιο.

Στην πραγματικότητα, η πάλη με το γιο μου είναι για μένα μια ανακούφιση. Θα δυσκολευόμουν να του αφηγηθώ ένα παραμύθι κάθε βράδυ. Θα δυσκολευόμουν να τον πείσω γιατί δεν πρέπει να φάει ένα ντόνατς, να πιεί σοκολατένιο γάλα και να δει ξανά και ξανά τον «Απαισιότατο». Αλλά η πάλη είναι απλή. Καθαρόαιμη διασκέδαση.

Καθώς παλεύουμε, στριφογυρίζουμε και μουγκρίζουμε, χτίζουμε μια γλώσσα, έναν τρόπο επικοινωνίας που μόνο εμείς μοιραζόμαστε. Εκείνος μαθαίνει να κάνει προσποίηση, εγώ να αντιστέκομαι στις επιθέσεις του. Όταν μουγκρίζω από τον πόνο, μαθαίνει ότι το παρατράβηξε. Από τα πρόσωπά μας παρελαύνουν η χαρά, η έκπληξη, η εμπιστοσύνη.

Μια μέρα, θα ξεχάσει πώς να μιλάει αυτή τη γλώσσα μαζί μου. Θα μεγαλώσει υπερβολικά, θα νιώθει υπερβολικά αμήχανα να αγκαλιάσει τον μπαμπά του, πόσο μάλλον να του κάνει ένα κεφαλοκλείδωμα. Εγώ έχασα την ικανότητα να μιλάω αυτή τη γλώσσα με τον μπαμπά μου όταν εξελίχθηκα σε έναν μουτρωμένο και αμήχανο έφηβο. Ο γιος μου με βοήθησε να θυμηθώ εκείνο το ξεχασμένο αλφάβητο.

Του ανταποδίδω τη χάρη κρατώντας τους ώμους του στο πάτωμα και γαργαλώντας τον στα πλευρά, αλλά τελικά αφήνοντάς τον να δραπετεύσει για να εξαπολύσει καινούρια επίθεση. Δείχνοντάς του ότι τον καταλαβαίνω, ότι είμαι παρών, ότι η προσοχή μου δεν είναι στραμμένη πουθενά αλλού, ότι είμαι πολύ περισσότερα από πειθαρχία και καθοδήγηση και ότι τον αγαπάω αρκετά για να τον κάνω σκόνη.

Καταχώρησε Σχόλιο