TOP

Η Ζωή Είναι Ωραία (ιταλικά: La Vita è Bella, αγγλικά: Life is Beautiful) είναι ιταλική δραματική κωμωδία παραγωγής 1997 σε σκηνοθεσία Ρομπέρτο Μπενίνι και σε σενάριο του ίδιου μαζί με τον Βιντσέζο Τσέραμι. Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός Ιταλού Εβραίου, τον Γκουίντο, που πρέπει να επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να βοηθήσει την οικογένειά του που κρατείται στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν.

Ο τίτλος προέρχεται από τη φράση του Λέοντα Τρότσκι. Εξόριστος στο Μεξικό, γνωρίζοντας ότι θα δολοφονηθεί από ανθρώπους του Στάλιν, είδε τη σύζυγό του στον κήπο και έγραψε ότι «η ζωή είναι ωραία».

Ο αριθμός που έχει ο Benigni στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι ο ίδιος με αυτόν της στολής του Charlie Chaplin στον Μεγάλο Δικτάτορα.

Ο Γκουίντο, ένας Ιταλός εβραϊκής καταγωγής, φτάνει σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας για να πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο του θείου του. Ο Γκουίντο είναι αστείος και χαρισματικός, ειδικά όταν γνωρίζει μια δασκάλα, τη Ντόρα. Η Ντόρα, όμως, προέρχεται από μια πλούσια, αριστοκρατική, μη εβραϊκή οικογένεια. Η μητέρα της θέλει να καλοπαντρευτεί, αλλά η Ντόρα ερωτεύεται τον Γκουίντο και τη μέρα του γάμου της, κλέβονται.

Περνούν αρκετά χρόνια και τώρα το ζευγάρι έχει ένα γιο, τον Τζιοζέ. Η Ντόρα και η μητέρα της έχουν αποξενωθεί εξαιτίας του γάμου της με τον Γκουίντο αλλά οι σχέσεις τους καλυτερεύουν λίγο πριν τα τέταρτα γενέθλια του εγγονού της.

Η εντολή για το Ολοκαύτωμα μόλις είχε δοθεί και οι Γερμανοί ξεκίνησαν να μαζεύουν όλους τους Εβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Γκουίντο, μαζί με το θείο του και το γιο του αναγκάζονται να επιβιβαστούν σε ένα τρένο με προορισμό ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Ντόρα -αν και ιταλικής καταγωγής και συνεπώς άμοιρη των δεινών που περιμένουν τους εβραίους- δεν μπορεί να αποχωριστεί τους άντρες της ζωής της, ζητάει να πάει μαζί τους και μπαίνει στο τρένο οικειοθελώς, αλλά στην συνέχεια χωρίζονται. Στο στρατόπεδο, ο Γκουίντο κρύβει το γιο του από τους Ναζί φύλακες, του δίνει κρυφά φαγητό και προσπαθεί να τον κάνει να μην καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει. Έτσι, τον πείθει ότι το στρατόπεδο είναι απλά ένα παιχνίδι, στο οποίο ο παίκτης που θα καταφέρει να μαζέψει 1.000 πόντους θα κερδίσει ένα τανκ. Του λέει αν κλάψει, παραπονεθεί, ζητήσει τη μαμά του ή πει ότι πεινάει θα χάσει.

Ο Γκουίντο τον πείθει ότι οι φύλακες του στρατοπέδου είναι κακοί γιατί θέλουν κι αυτοί να κερδίσουν το τανκ και έτσι όλα τα άλλα παιδιά κρύβονται για να κερδίσουν το παιχνίδι. Όταν ο Τζιοζέ δε θέλει να παίξει άλλο και ζητά να επιστρέψει σπίτι, του λέει ότι είναι λίγους πόντους πριν τη νίκη. Παρά το γεγονός ότι είναι περιτριγυρισμένος από μιζέρια, αρρώστια και θάνατο, ο Τζιοζέ δεν αμφιβάλλει καθόλου για τα λεγόμενα του πατέρα του, χάρη στην πειστική του ερμηνεία και τη δική του αθωότητα.

Η ιστορία του Γκουίντο κρατάει μέχρι το τέλος, όταν μέσα στο χάος που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή, λέει στο γιο του να μείνει μέσα σε ένα κουτί μέχρι να φύγουν όλοι, πείθοντάς τον ότι αυτό είναι το τελευταίο μέρος του παιχνιδιού. Ο Γκουίντο, ενώ προσπαθεί να βρει τη Ντόρα, συλλαμβάνεται και πυροβολείται από έναν φύλακα, αλλά όχι πριν κάνει το γιο του να γελάσει για τελευταία φορά, παριστάνοντας τον Ναζί φύλακα.

Ο Τζιοζέ καταφέρνει να επιζήσει και νομίζει ότι νίκησε το παιχνίδι όταν ένα αμερικανικό τανκ φτάνει και απελευθερώνει το στρατόπεδο. Βρίσκει τη μητέρα του, μη γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του έχει πεθάνει. Χρόνια αργότερα, συνειδητοποιεί τη θυσία του πατέρα του, που του έσωσε τη ζωή.

Ξυπόλητο τάγμα

Το Ξυπόλητο τάγμα είναι η αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που η δράση τους πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί κατακτητές στα χρόνια της κατοχής του B’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα παιδιά μεταβάλλονται σ’ ένα είδος καλόκαρδης ηρωικής συμμορίας, που κλέβει από τους Γερμανούς και του μαυραγορίτες για να συντηρεί τα μέλη της κι όσους μπορεί από τον κόσμο γύρω της. Επίσης, πέρα από την αρωγή που παρείχαν στο κόσμο, κατάφερναν με την εξυπνάδα και το κουράγιο τους να βοηθούν την Αντίσταση, βρίσκοντας τρόπους να φυγαδεύουν στη Μέση Ανατολή Έλληνες, Αμερικάνους και Εγγλέζους αξιωματικούς, με σκοπό να ενωθούν με τους εκεί συμμαχικούς στρατούς.

Σκηνοθεσία : Γκρεγκ Τάλλας Σενάριο : Νίκος Κατσιώτης Ηθοποιοί : Μαρία Κωστή (I) (Αλεξάνδρα) , Νίκος Φέρμας (καπετάν Μάρκος Μαύρος) , Βασίλης Φραγκιαδάκης (Ανδρέας) , Αντώνης Βούλγαρης (Νίκος) , Στράτος ,Κρόζος (Δημήτρης) , Καίτη Γκίνη , Μανώλης Ρήγας , Ευάγγελος Γιωτόπουλος , Γιώργος Αξιώτης , Χρήστος Σουκούρογλου , Νίκος Ζαχαρίας , Απόστολος Μπεκιάρης , Ηλίας Παπαδόπουλος , Λόλα Χατζηχρήστου , Δέσποινα Κοντογιώργου Στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, εκτυλίσσεται η ιστορία της ταινίας αυτής που σκηνοθέτησε ο Γκρεγκ Τάλλας (Γρηγόρης Θαλασσινός), που για ένα διάστημα εργάστηκε στο Χόλιγουντ, σκηνοθετώντας διάφορες ταινίες, ανάμεσά τους και την περιπέτεια εποχής «Η σειρήνα της Ατλαντίδας», με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Μοντέζ.

Πρωταγωνιστές της ταινίας, μια ομάδα ορφανών παιδιών, που, όταν τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης επιτάσσονται από τους Γερμανούς, καταφεύγουν σ’ ένα απομακρυσμένο, μισογκρεμισμένο κτίριο και, έχοντας φτιάξει μια καλόκαρδη «συμμορία», κλέβουν από τους Γερμανούς και τους μαυραγορίτες για να συντηρούνται αλλά και να βοηθούν τους ανθρώπους γύρω τους, μαζί κι εκείνους της Αντίστασης. Παρά τα περισσότερα από 60 χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία του Γκρεγκ Τάλλας παρακολουθείται με εξαιρετικό ενδιαφέρον, κι αυτό εξαιτίας όχι μόνο των γυρισμένων σε φυσικά ντεκόρ σκηνών της (τη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του ’50) αλλά και του ρεαλισμού και της δύναμης των σκηνών της που συχνά φέρνουν στο νου την κλασική νεορεαλιστική ταινία «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» του Ροσελίνι. Με καλοστημένες σκηνές -ανάμεσά τους και μια σκηνή με θέατρο σκιών-, με προσεγμένη φωτογραφία του Μιχαήλ Γαζιάδη που δίνει την όλη ατμόσφαιρα της εποχής, με τους μικρούς ερασιτέχνες πρωταγωνιστές να παίζουν πειστικά τους ρόλους τους και σωστό ρυθμό, ο Τάλλας έφτιαξε μια ειλικρινή, συγκινητική ταινία, που δεν έχασε τη φρεσκάδα της.

Καταχώρησε Σχόλιο