TOP

Καλοκαίρι, ζέστη τρομακτική και γυρίζω λιώμα το απόγευμα από τη δουλειά. Με το που μπαίνω στο σπίτι, ο δεκάχρονος γιος μου, ο Γιώργος, γυρνά και με κοιτάζει, καθώς είναι φαρδύς-πλατύς αραχτός στον καναπέ.

– Έλα, τι κάνεις; τον ρωτάω.

– Τίποτα, μπαμπά, βαριέμαι.

– Βαριέσαι; Η μαμά πού είναι;

– Έφυγε πριν λίγο πάει να δει τη γιαγιά. Ήθελε μια βοήθεια με το σπίτι.

– Δεν πήγαινεις μαζί της;

– Βαρετά είναι κι εκεί. Και τι να κάνω;

– Τι να κάνεις; Τι να κάνεις; επαναλαμβάνω λίγο εκνευρισμένος. Τόσα παιχνίδια έχεις στο δωμάτιο σου, γιατί δεν παίζεις με αυτά;

Αφήνω την κουβέντα στη μέση, μπαίνω στο μπάνιο και κάνω ένα γρήγορο ντους. Στο μυαλό μου κλυδωνίζονται χίλιες σκέψεις. Βάζω να φάω και μασάω βιαστικά, ανόρεχτα. Κοιτάζω τον γιο μου με την άκρη του ματιού μου. Τρέχω όλη μέρα με τη δουλειά για να έχει ο γιος μου ένα καλύτερο μέλλον και έρχομαι και τον ακούω να λέει ότι βαριέται. Τι να πω; Να πω μήπως κι εγώ πως βαριέμαι; Βαριέμαι που δουλεύω, παιδί μου, βαριέμαι που κάνω τα πάντα για σένα, βαριέμαι που μπαίνω κατάκοπος στο σπίτι και δεν απλώνεις ούτε τόσο δα από τον καναπέ, όπου είσαι αραχτός, βαριέμαι που σε βλέπω να βαριέσαι. Νιώθω τόσο κουρασμένος, που ούτε να θυμώσω δεν μπορώ πια.

Ο Γιωργάκης διακόπτει τις σκέψεις μου:

– Μπαμπά, πάμε για ποδήλατο;

– Είμαι κουρασμένος, Γιώργο, ακούω τον εαυτό μου να απαντάει σχεδόν απότομα και πιέζω όσα άλλα στριμώχνονται θυμωμένα ανάμεσα στα δόντια μου για να μην τα ξεστομίσω.

– Καλά…

Ο Γιωργάκης μουτρωμένος πηγαίνει στο δωμάτιο του.

Τελείωσα το φαγητό και έβαλα το πιάτο στον νεροχύτη. Περνάω έξω από το δωμάτιο του γιου μου. Τον βλέπω να παίζει ένα παιχνίδι στο tablet. Σκέπτομαι ότι θα μπορούσα ένα δίωρο να κοιμηθώ χωρίς να με ενοχλήσει, μιας και έχει απορροφηθεί με το ηλεκτρονικό παιχνίδι του. Στα αυτιά μου ακούγονται σαν σε όνειρο τα γέλια του Γιώργου: «Παίρνω στροφή μπαμπά, κοίτα με, παίρνω τη στροφή!» «Είμαι κουρασμένος», απαντάω ο ίδιος μέσα μου με στόμφο, «θέλω να ξαπλώσω και τώρα θα πάω στο κρεβάτι μου».

Μα, ξάφνου, πριν να κάνω δεύτερο βήμα, έρχεται στο μυαλό μου ο Νίκος, ο συνάδελφός μου από το διπλανό γραφείο: «Κάνε ό,τι μπορείς με τον γιο σου τώρα, που είναι δέκα, γιατί σε πολύ λίγο καιρό τον έχασες, φίλε μου, όπως έχασα κι εγώ τον δικό μου». Θορυβήθηκα εκείνη τη μέρα και τον ρώτησα όσο πιο διακριτικά μπορούσα: «Γιατί, Νίκο, έμπλεξε ο γιος σου στο Λύκειο με τίποτα παρέες, που δεν σ’ αρέσουν;» «Όχι», με καθησύχασε ο Νίκος βιαστικά, «τουλάχιστον όχι ακόμη, αλλά νομίζεις ότι είναι ευχάριστο να ζούμε στο ίδιο σπίτι και να συναντιόμαστε σαν δυο ξένοι, χωρίς ούτε μια λέξη ανάμεσά μας, να μου φτύνει σχεδόν, χωρίς καν να βγάζει τα ακουστικά από τα αυτιά, ένα “γεια” κι αυτό όποτε είναι απολύτως απαραίτητο;»

Μαγκώθηκα με αυτήν την ανάμνηση κι έμεινα ακίνητος στον διάδρομο του σπιτιού, ανάμεσα στο δωμάτιο του γιου μου και στο δικό μου. Φανταστικοί ήρωες κάνουν παρέα στον γιο μου. Ένας ψηφιακός κόσμος, που θα μπορούσα για το επόμενο δίωρο να τον αφήσω να κάνει συντροφιά στο παιδί μου. Αλήθεια, πότε ασχολήθηκα τελευταία φορά μαζί του; Αν θυμάμαι καλά πριν από τέσσερις-πέντε μέρες είχαμε κανονίσει να παίξουμε μπάλα, αλλά του το ακύρωσα, γιατί κάτι μου έτυχε, ούτε θυμάμαι πια τι ήταν αυτό. Μετά πέρασαν οι μέρες με τη δουλειά και δεν κάναμε κάτι μαζί.

-Γιωργάκη, για να σου πω κάτι.

Ο γιος μου αφήνει το tablet και με κοιτάζει.

-Δεν αράζουμε στον καναπέ να ξεκουραστώ κι εγώ λίγο και να παίξουμε εκείνο το επιτραπέζιο παιχνίδι με τις ερωτήσεις, που σου είχε φέρει ο νονός στα γενέθλια σου; Άμα τελειώσουμε πάμε να περπατήσουμε λιγάκι εδώ δίπλα, στο άλσος, μπορείς να κάνεις και λίγο πατίνι. Θα δούμε και τον ήλιο, που θα δύει, μήπως κεραστούμε και κανένα παγωτάκι. Τι λες;

Το χαμόγελο ως τα αυτιά ήταν η απάντηση του γιου μου. Πήρα από μέσα μου μια βαθιά ανάσα. «Νίκο», σκέφτηκα αμέσως τον συνάδελφό μου, «είναι ακόμη δέκα χρόνων και ίσως κάτι μπορώ ακόμη να σώσω». Κράτησα τον Γιώργο αντρίκια, από τους ώμους, και πήγαμε στον καναπέ του σαλονιού μαζί. Μπορεί να ήταν ιδέα μου ή μπορεί και όχι, μα η κούρασή μου είχε πια σχεδόν εξαφανιστεί …

Η καθημερινότητα και οι υποχρεώσεις, που τρέχουμε συνεχώς για να καλύψουμε, πολλές φορές μας αναγκάζουν να δώσουμε εκεί όλη την ενέργειά μας και τον πολύτιμο χρόνο μας. Πρέπει να αφιερώνουμε χρόνο στα παιδιά μας, λένε όλοι. Πράγματι! Όμως όχι με την παραμικρή φορά, που λένε ότι βαριούνται μέσα στην ημέρα, να τρέχουμε κοντά τους πανικόβλητοι. Η κάθε μας κοινή δραστηριότητα πρέπει να γίνεται ως ένα σημείο επικοινωνίας μαζί τους, μιας και πρέπει να γνωρίζουμε αφενός ότι μέσα από στιγμές ηρεμίας αρχίζουν τα παιδιά να καλλιεργούν τη φαντασία τους και να  γίνονται πιο δημιουργικά και αφετέρου ότι οι σχέσεις μας με αυτά πρέπει να καλλιεργούνται με συνέπεια και διάρκεια. Οπότε αυτό, που εν κατακλείδι μπορούμε απλά να κάνουμε, είναι να ορίσουμε ένα σχετικό πρόγραμμα, που ακολουθώντας το να έχουμε τη δυνατότητα να περάσουμε ποιοτικό χρόνο μαζί τους, να πλησιάσουμε μεταξύ μας και να συνδεθούμε με την καρδιά μας. Κανείς από εμάς δεν ξέρει εκ των προτέρων τι είναι σωστό να κάνει στις σχέσεις του με τα παιδιά του. Όμως ας κάνουμε την καλύτερή μας προσπάθεια με φιλότιμο και αγάπη και ας μοιραζόμαστε εμείς, οι γονείς, τις εμπειρίες μας, ώστε να βοηθάμε ο ένας τον άλλον.

Με…συναδελφικές ευχές,

ο μπαμπάς Δημήτρης!

 

Λίγα λόγια για τον μπαμπά Δημήτρη

Ο Δημήτρης Καρακούσης είναι εκπαιδευτικός με καταγωγή από την Λαμία και πατέρας δυο παιδιών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τίτλο: Μπαμπάδες του Σαββατοκύριακου από τις εκδόσεις ΘΥΡΑ. Περιέχει μια ιστορία βασισμένη σε αληθινές εμπειρίες πολλών πατεράδων και παράλληλα μια σειρά από προτάσεις για την ανάπτυξη των παιδιών, ιδέες για δραστηριότητες, ταινίες, παιχνίδια, χειροτεχνίες, συνταγές, περιπάτους στη φύση και συζητήσεις μαζί τους.

Ένα πολύτιμο εγχειρίδιο για πατεράδες, αλλά και γενικώς για γονείς, που επενδύουν σοβαρά και ολόψυχα στη σχέση τους με τα παιδιά τους…

 

 

 

Καταχώρησε Σχόλιο