TOP

Η Μαρία Παπαγιάννη δίνει τις δικές της απαντήσεις στον «Δεκάλογο του παραμυθά»

Και μας γοητεύει με τη δύναμη των λέξεων και των ιστοριών της

  1. Αν ήσουν παραμύθι, ποιο παραμύθι θα ήσουν;

Είμαι όλες οι ιστορίες που άκουσα από τότε που ήμουνα παιδί και μεγάλωνα στη Λάρισα, σ΄ ένα σπίτι ανοιχτό και πάντα γεμάτο. Γύρω από το τραπέζι οι μεγάλοι λέγανε ιστορίες που είχανε ζήσει, είχανε ακούσει, είχανε διαβάσει. Η ιστορία μπερδευόταν με τους μύθους και τις φανταστικές διηγήσεις κι έτσι νόμιζα πως η μικρή μας πόλη είχε απ΄ όλα. Βουνά θεριά, νεράιδες, αγωνιστές, ξωτικά, αντάρτες και ποτάμια που μιλούσαν.

Ποιον ήρωα παραμυθιού θα ήθελες να γνωρίσεις από κοντά;

Τον Οδυσσέα, που έζησε πολλά παραμύθια, που προκάλεσε θεούς και ανέμους κι έφτασε ακόμα και στον πέρα κόσμο κι έμαθε κι έπαθε πολλά αλλά τα κατάφερε να επιστρέψει στο σπίτι του, στον τόπο του.

Ποιο τέλος παραμυθιού θα ήθελες να γράψεις με διαφορετικό τρόπο;

Από μικρή ως και τώρα υπάρχουν κάποια παραμύθια του Άντερσεν που δεν μπορώ να τα διαβάσω γιατί δεν αντέχω το τέλος τους. Για παράδειγμα, ποιος δεν θα ήθελε να ξαναγράψει το κοριτσάκι με τα σπίρτα; Να ανοίξει μια πόρτα και να το καλέσουν στο γιορτινό τραπέζι; Επίσης άλλος εφιάλτης ήταν «Η μικρή γοργόνα». Δεν γίνεται ένας τόσο μεγάλος έρωτας να έχει τέτοιο τέλος. Η γοργόνα απαρνήθηκε τη φύση της, τη φωνή της, αλλά ο πρίγκιπας παντρεύτηκε άλλη. Νομίζω πως της αξίζει ένα άλλο τέλος. Να τη θυμηθεί ο πρίγκιπας, αλλά αφού τόσο την παίδεψε, η γοργόνα να τον αρνηθεί και να ξεκινήσει με τα καινούρια της πόδια που δεν θα την πονάνε πια τον γύρο του κόσμου.

Αν έφτιαχνες «τα κουλουβάχατα των παραμυθιών» ποια πέντε παραμύθια θα μπέρδευες μεταξύ τους;

Ο Κοντορεβυθούλης θα έβρισκε στον δρόμο του τον Χάνσελ και την Γκρέτελ, την Ελίζα και τα αδέλφια της τους κύκνους, το άσχημο παπάκι και το κοριτσάκι με τα σπίρτα και τα άλλα παιδιά που ταξιδεύουν για να βρούνε μια αγκαλιά, ανθρώπους να τους αγαπούνε και να τους φροντίζουν, ένα σπίτι, μια πατρίδα. Παιδιά που περπατάνε για να κατακτήσουνε το αυτονόητο, μια ζωή, ένα αύριο.

 

Ποια εποχή θα διάλεγες για να διαδραματιστεί το παραμύθι σου;

Στο σήμερα, γιατί σε δύσκολες μέρες το παραμύθι μάς θυμίζει πάντα πως μετά από το σκοτεινό δάσος θα φτάσουμε στον σκοπό μας.

Ποιο παραμύθι έχεις διαβάσει περισσότερες φορές στη ζωή σου;

Η μαμά μου όταν ήμουνα μικρή μου διάβαζε «Το τσακμάκι του στρατιώτη» του Άντερσεν. Εγώ πάλι όταν άρχισα να ανακαλύπτω τα προφορικά παραμύθια ξεχώρισα το «Κίτρινο λελέκι» και το λέω συχνά στα σχολεία. Το κίτρινο λελέκι είναι μια ζωγραφιά που ζωντανεύει και χορεύει και κάνει τον κόσμο ευτυχισμένο αλλά αν το αναγκάσουν να χορέψει για έναν μόνο άνθρωπο τότε θα χαθεί για πάντα. Γιατί όλα τα θαύματα είναι ωραία να τα μοιράζεσαι.

 

Με ποιον συγγραφέα θα ήθελες να είχες συνεργαστεί για να γράψετε ποιο παραμύθι του;

Με τον Geoffroy de Pennart για να γράψουμε «Ο λύκος ξαναγύρισε» με τη Brigitte Weninger για τις ιστορίες του Πιπίνου ή με τη Debi Gliori για το «Θα σ΄ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει». Ήταν βιβλία που διάβαζα στα παιδιά μου μικρά και τα λάτρευαν και σκέφτομαι πως θα ανέβαινα πολύ στην εκτίμησή τους. Από την άλλη νομίζω πως κάθε βράδυ μ΄ έναν τρόπο τα ξαναγράφαμε, αλλάζαμε φωνές, λέγαμε φανταστικές ιστορίες του Πιπίνου, μεγαλώναμε τη συντροφιά του καλού λύκου και τους ορκιζόμουνα πως θα τους αγαπώ ό,τι κι αν γίνει.

Ποια «μαγική» εφεύρεση (που δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί) θα χρησιμοποιούσες για να βοηθήσεις έναν ήρωά σου να πετύχει αυτό που ονειρεύεται;

Κάποτε βρέθηκε ένα μαγικό εισιτήριο για το πιο μακρινό-κοντινό ταξίδι του κόσμου. Να μπορείς για λίγο να δεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια των άλλων.

 

Μια φορά κι έναν καιρό… (φτιάξε ένα παραμύθι με 5 προτάσεις)

Μια φορά κι έναν καιρό ο κόσμος ήρθε τα πάνω κάτω. Κι όταν οι άνθρωποι βγήκαν έξω, βρέθηκαν σ’ έναν κόσμο που δεν γνώριζαν. Κι έπεφταν, έπεφταν, σαν να μην είχαν βάρος σ΄ ένα βαθύ σκοτάδι κι έβλεπαν κι άλλους να βυθίζονται δίπλα τους. Και τότε θυμήθηκαν και κούνησαν τα χέρια τους και τα είδαν φτερά που απλώνονταν, και πέταξαν. Θυμήθηκαν πως κάποτε ήταν πουλιά κι άρχισαν να ταξιδεύουν ξανά στους δρόμους του ουρανού. Χαιρέτησαν τα σύννεφα, κι όταν ξημέρωσε, είδαν τον ήλιο να φωτίζει όμορφες πεδιάδες, βουνά γίγαντες και μια θάλασσα γαλάζια. Τι όμορφος που είναι αυτός ο κόσμος, σκέφτηκαν. Ποιοι τυχεροί τον κατοικούν;

Κι έζησαν αυτοί καλά και… (συμπλήρωσε ένα απρόβλεπτο τέλος)

δεν σταμάτησαν ποτέ να περπατούνε γιατί ήξεραν πως χρέος τους ήταν να συναντήσουν τη χώρα που θα τους χωρούσε όλους.

 

Περισσότερα για το συγγραφικό έργο της Μαρίας Παπαγιάννη: biblionet.gr

Καταχώρησε Σχόλιο