TOP

Το άγχος των σημερινών παιδιών ξεκινάει από πολύ νωρίς, γιατί ακόμη και πριν από τη γέννηση, οι μαμάδες εξακολουθούν να τρέχουν να προλάβουν τα πάντα σχεδόν μέχρι και την τελευταία στιγμή. Κανονικά η εγκυμοσύνη θα έπρεπε να ρίχνει τους ρυθμούς και να επιβραδύνει την καθημερινότητα. Αλλά αντί να συμβαίνει πράγματι αυτό, η «σούπα» των ορμονών που κολυμπούν τα μωρά πριν τη γέννηση είναι συχνά γεμάτη με την κορτιζόλη, την ορμόνη του άγχους.

Αυτό σημαίνει ότι τα μωρά πολύ συχνά βγαίνουν στον κόσμο και προετοιμάζονται για υπερκινητικότητα. Και τότε τι κάνουμε; Τα αφήνουμε να ησυχάσουν σε έναν κόσμο που κινείται αργά και τους προσφέρει ηρεμία; Όχι, τους περιβάλλουμε με θόρυβο, χρώμα και διέγερση, είτε επειδή πιστεύουμε ότι είναι καλό γι’ αυτά και τις αναπτυσσόμενες αισθήσεις και τη δημιουργικότητά τουςμ είτε επειδή η σύγχρονη ζωή είναι απλά τόσο πολυάσχολη και πρέπει να είμαστε κάπου δέκα λεπτά πριν – και πρέπει να έρθουν μαζί μας.Με εμάς – στον κόσμο μας και στον ρυθμό μας. Στα αυτοκίνητά μας και στα σημεία ενδιαφέροντός μας. Και δεν σταματάει. Ποτέ.

Έτσι, συνηθίζουν από πολύ νωρίς στην υπερδιέγερση, την υπερκινητικότητα, την υπερδραστηριότητα. Ωστόσο, μόνο εκείνοι που μαθαίνουν και διδάσκονται να περιμένουν και να «καθυστερούν την ικανοποίηση», έχει αποδειχθεί ότι τα πάνε πραγματικά καλά σε όλους τους τομείς στη ζωή – ψυχολογικά, συναισθηματικά, σωματικά και οικονομικά. Αντίθετα, για όσους έχουν προετοιμαστεί να βιώνουν συνεχώς νέες συγκινήσεις και νέες εμπειρίες που «έρχονται σ ‘αυτούς» όλη την ώρα, οποιαδήποτε αναχαίτιση ή καθυστέρηση  θα βιώνεται ως απογοήτευση κι αγανάκτηση των προσωπικών τους δικαιωμάτων.

Στην ηλικία δύο ένα παιδί έχει αναπτύξει νέες δεξιότητες. Έχει την αίσθηση της δικής του προσωπικής ταυτότητας και – δεν είναι πλέον απολύτως δεμένη με την ασυνείδητη βιολογία του – μπορεί να επιλέξει πώς να ανταποκριθεί στις αντιδράσεις εναντίον του.

Το πρόβλημα είναι το ότι περιμένουμε ήδη πάρα πολλά από τα δίχρονα. Περισσότερα απ’ αυτά που είναι έτοιμα και προκαθορισμένα για να κάνουν. Και τους περνάμε συνεχώς αντιφατικά μηνύματα. Τους λέμε στο σπίτι ότι τα πράγματα πρέπει να τα πιάνουν, να τα αγγίζουν για να τα μαθαίνουν με όλες τους τις αισθήσεις. Αλλά όταν πηγαίνουμε σε ένα μαγαζί τους λέμε ότι απαγορεύεται να αγγίζουν τα αντικείμενα. Χμ, τι μπέρδεμα! Κι αρχίζουν τα «όχι» και τα «μη» χωρίς ωστόσο να είναι προετοιμασμένα γι’ αυτού του είδους τις αρνήσεις και τις κοινωνικές συμβάσεις.

Το ίδιο ισχύει και στο φαγητό, στο σπίτι τα ενθαρρύνουμε να τρώνε με τα χέρια, να λερώνονται, να πασαλείβονται, να κάνουν ελεύθερα σχεδόν ότι θέλουν προκειμένου έστω να φάνε. Αλλά όταν τα πάρουμε μαζί μας στο εστιατόριο περιμένουμε να τρώνε με βάση τους κανόνες τους σαβουάρ βιβρ! Πόσο πολύ παράλογο.

Ταυτόχρονα, μερικές φορές στα καταστήματα, θα ενδώσουμε στις κραυγές και στα αιτήματά τους και θα αγοράσουμε τα πράγματα που μόλις πριν τους είπαμε ότι δεν μπορούν να έχουν στα χέρια τους. Αυτό κι αν είναι αντιφατικό…

Τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού είναι σημαντικό να μάθουμε οι γονείς να ακολουθούμε τους ρυθμούς και τις ανάγκες τους και όχι να τα βάζουμε από την αρχή στο πιεστικό κυνήγι του χρόνου. Τα παιδιά χρειάζονται να περάσουν ομαλά όλα τα στάδια ανάπτυξης και η πειθαρχία χτίζεται μέσα από την ηρεμία, τα σαφή όρια και μια συνεπή στάση ζωής που εξισορροπεί τις επιθυμίες με τις ανάγκες των παιδιών.

Καταχώρησε Σχόλιο