TOP

Αν είσαι δημοσιογράφος και έχεις να πας για συνέντευξη στο σπίτι της Άλκης Ζέη νιώθεις απίστευτο άγχος, αν είσαι και βιβλιοφάγος από κούνια κι έχεις μεγαλώσει με τα βιβλία της νιώθεις επιπλέον συγκίνηση – αν τυχαίνει να γράφεις παιδικά βιβλία τότε σε όλα τα παραπάνω συναισθήματα προσθέστε και το δέος.

Κάπως έτσι, πλήρως συναισθηματικά φορτισμένη βρέθηκα μες στις γιορτές, μια κρύα Δευτέρα, στο σπίτι της κυρίας Ζέη. Με υποδέχτηκε με θέρμη και δέχτηκε με χαρά τα δύο τελευταία μου βιβλία που της έκανα δώρο, τα οποία τα ξεφύλλισε μπροστά μου με προσοχή και με ευγένεια και καλοσύνη μου έκανε τα σχόλιά της και μου είπε τη γνώμη της. Αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να σπάει ο πάγος και να ξεκινήσουμε μια πολύ όμορφη και ουσιαστική συζήτηση.

Όταν ήσασταν παιδί ποια ήταν η πιο ζωντανή σας ανάμνηση;

Τα παιδικά μου χρόνια στη Σάμο, γιατί εκεί ο πατέρας μου έπαιρνε λίγη άδεια και δεν ερχότανε και μας άφηνε στον παππού και στις θείες μας και περνούσαμε ζωή χαρισάμενη μαζί τους. Είναι αξέχαστα αυτά τα παιδικά χρόνια. Έβλεπα που λέτε τον παππού μου, όταν ήμουν 3 χρονών, που του άρεσε να περπατά στην παραλία πάνω κάτω αλλά επειδή θεωρούσε και τον χρόνο χαμένο είχε ένα βιβλίο και διάβαζε και περπατούσε – ήξερε απέξω κάθε χαλίκι και δεν έπεφτε… κι εγώ νόμιζα ότι για να περπατήσει καλά ο άνθρωπος πρέπει να κρατάει ένα βιβλίο! Έτσι λοιπόν πήγαινα στην αυλή του σπιτιού κι έπαιρνα ένα βιβλίο του παππού, μπορεί να ήταν κι ο Πλάτωνας, κι είχα ξαδέρφια που ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερά μου κι έλεγαν «κοιτάξτε το κουτοκούλι (με έλεγαν Κούλη από το Άλκη) που διαβάζει» και μου έμεινε το παρατσούκλι το «κουτοκούλι».

Το πρώτο παιδικό βιβλίο που θυμάστε να έχετε διαβάσει;

Το πρώτο παιδικό βιβλίο μυθιστόρημα που διάβασα ήταν στη Διάπλαση των παίδων, ένα από αυτά που έγραφε ο Ξενόπουλος, «Η κυρά Μάρθα», κι ήτανε ο λευκός χορός και η μαύρη αρκούδα, και γινότανε στη Ζάκυνθο, η υπόθεση είχε ως εξής σε ένα σπίτι πολύ αριστοκρατικό θα ντυνόντουσαν όλοι για τις Απόκριες – ο κυρ Πίπης το ‘χε το μυστικό τι θα ντυθεί και ξαφνικά βλέπουν μια αρκούδα που άρχισε να πετάει πράγματα και νόμιζαν ότι ήταν ο κυρ Πίπης οι καλεσμένοι κι έλεγαν «το παράκανε κι αυτός» κι αφού γύρισε το σαλόνι και τα έκανε όλα ρημαδιό, μπαίνει από την πόρτα μια αρκούδα κι ήταν ο κυρ Πίπης ενώ η άλλη ήταν μια πραγματική αρκούδα που το είχε σκάσει από το ζωολογικό κήπο.

Από τη θεία σας τη Διδώ Σωτηρίου, ποια ήταν η πιο δυνατή σας ανάμνηση;

Από τη Διδώ Σωτηρίου έχω πάρα πολλά, πρώτα πρώτα στην αρχή όταν παντρεύτηκε τον θείο μου, δεν την θέλαμε, γιατί τον είχαμε αποκλειστικά δικό μας, εμένα ήταν και νονός μου, ερχότανε μας έπαιρνε βόλτες και ξαφνικά τον χάνουμε και τον βλέπουμε με τη Διδώ και λέγαμε «τι ήθελε και την παντρεύτηκε κι αυτήν;» αλλά σε μια βδομάδα εκείνη μας κατέκτησε όλους. Εμένα προσωπικά μου έδωσε πολλά πράγματα, δηλαδή τι είναι το να γράφεις, γιατί έβλεπε ότι είχα μια τάση να γράφω, η αδερφή μου ήταν πολύ φλύαρη και τα έλεγε όλα, εγώ ήμουν ένα παιδί σιωπηλό και μου είπε η Διδώ ότι όσα σκέφτομαι μπορώ να τα γράφω κι αυτό μου άρεσε πάρα πολύ.

Το 2012 σας είχαν ρωτήσει αν θα γράφατε κάτι για την εποχή μας και είχατε απαντήσει όχι γιατί δεν σας εμπνέει, τι ήταν αυτό που σας έκανε να αλλάξετε γνώμη;

Πριν χτυπήσω (έπεσα και χτύπησα στον αυχένα μου) έτρεχα παντού και πήγαινα και σε σχολεία κι έκανα παρουσιάσεις, και μιλούσα με τα παιδιά και τους δασκάλους τους κι επειδή έχω μιλήσει πολύ αισθάνθηκα ότι μπορώ να γράψω για τα παιδιά του σήμερα εκ μέρους τους.

«Ένα παιδί από το πουθενά» ο τίτλος του τελευταίου σας βιβλίου (εκδόσεις Μεταίχμιο) από πού ήρθε τελικά αυτό το παιδί;

Από το πουθενά ήρθε κυριολεκτικά, μια που αφορμή ήταν η επίσκεψη του Τζο Νέσμπο στο Μέγαρο Μουσικής, κι η σιλουέτα του, οι χορευτικές του κινήσεις και αυτό το ξανθό του τσουλούφι δεν ξέρω πώς εκείνη την ώρα τον έβλεπα σαν ένα μικρό αγοράκι και μετά μου ήρθε να κάνω ένα μικρό αγοράκι αλλά που να μην έχει οικογένεια, για να έχω την ελευθερία να γράψω ό,τι θέλω.

Τι θέλετε να πείτε στα παιδιά με αυτό το βιβλίο;

Νομίζω ότι θέλω να τους πω πολλά πράγματα, για το bulling τους λέω, για τα παιδιά τους μετανάστες, με τους δασκάλους τι συμβαίνει, τους εξηγώ τι σημαίνει να είσαι ή να γίνεσαι άστεγος – όλα αυτά όμως χωρίς να προσπαθώ να περάσω στα παιδιά ένα δίδαγμα. Αλλά προσπαθώ να αφηγηθώ μια ιστορία. Ακόμα και για το Πολυτεχνείο τους λέω – γιατί τα σημερινά παιδιά νομίζουν ότι το Πολυτεχνείο είναι να ρίχνεις μολότοφ.

Πώς βιώσατε την εμπειρία της μητρότητας;

Πολύ εύκολα. Δηλαδή, σαν ένα γεγονός φυσικό που συμβαίνει κάθε μέρα. Κι η ζωή μου που ήμουν στην Τασκένδη παρόλο που είχαμε πολλές δυσκολίες, στο δωμάτιο που μέναμε, το νερό που ήταν στην αυλή, επειδή ήταν μαζί φίλοι που τους ήξερα κι ερχόντουσαν κάθε μέρα, άλλος μου κρατούσε το μωρό, άλλος με βοηθούσε, δεν το κατάλαβα πώς μεγάλωνε.

Τώρα που είστε γιαγιά πόσο διαφορετικά βιώνετε τη μητρότητα;

Γιαγιά είναι πιο ευχάριστο, γιατί δεν έχεις εσύ τις ευθύνες, κι έχεις όλη τη χαρά του να έχεις τα παιδιά.

Στο βιβλίο σας «Με μολύβι φάμπερ no 2»  λέτε για τον τρόπο που μπορεί κανείς να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία – διαφωνώντας με τον τρόπο που σας τα διάβαζε ο μπαμπάς σας. Εσείς με ποιον τρόπο διαβάζατε στα δικά σας παιδιά;

Τα δικά μου τα παιδιά ήθελαν να τους λέω καθημερινά –γιατί γεννήθηκαν και τα δύο στο εξωτερικό, ο γιος μου στη Μόσχα, η κόρη μου στην Τασκένδη– ιστορίες από την Ελλάδα, κάπως έπρεπε να τους παρουσιάσω τη χώρα τους – φωτογραφίες δεν είχαμε τότε και τους διηγούμουν τα παιδικά μου χρόνια στη Σάμο. Κι αυτό τους άρεσε πιο πολύ απ’ όλα παρά να τους διαβάζω βιβλία. Μάλιστα στην κόρη μου πολύ λίγο της διάβασα γιατί ήθελε από πολύ μικρή να διαβάζει μόνη της – δεν ευχαριστιόταν όταν της το διάβαζα εγώ. Και κάπως έτσι όταν τους έλεγα αυτές τις ιστορίες από τη Σάμο είπα «δεν τις γράφω;» – κι έτσι έγραψα «Το καπλάνι της βιτρίνας».

Υπήρξε κάποια εμπειρία σας από παρουσίαση σας σε σχολείο που να σας έχει μείνει αξέχαστη;

Η κυριότερη που τη λέω παντού είναι αυτή που χρησιμοποιώ για να δείξω πώς μαθαίνουν τα παιδιά την ιστορία, μου λέει ένα αγοράκι, που διαβάσανε τον Περίπατο του Πέτρου, «εμένα δεν μου αρέσει το τέλος», γιατί τον ρωτάω, κι απαντάει γιατί ο Γερμανός σκοτώνει τον Σωτήρη που ήταν καλό παιδί, «μα τα καλά παιδιά σκοτώναν οι Γερμανοί» του λέω, «εγώ έχω γράψει ένα δικό μου τέλος: σηκώνει ο Γερμανός το πιστόλι να σκοτώσει τον Σωτήρη αλλά εκείνη την ώρα χτυπάει το κινητό του πετάει το πιστόλι πέρα και το σκάει ο Σωτήρης» καλά του λέω είχε ο Γερμανός κινητό, «ε άμα δεν έχει, κυρία Ζέη, ο Γερμανός κινητό τότε ποιος έχει;» μου απαντάει.

Υπήρξε κάποιο παιδικό βιβλίο που διαβάσατε και το ζηλέψατε κι είπατε αχ αυτό θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ;

Πολλά βιβλία είναι, όπως για παράδειγμα «Το ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον» με τις αγριόπαπιες, γιατί βρήκα ότι αυτή η συγγραφέας με έναν πολύ έξυπνο τρόπο είπε στα παιδιά όλη τη γεωγραφία της Σουηδίας – με έναν τρόπο μαγευτικό! Αυτό το ζήλεψα πραγματικά…

Ποιες είναι ο αγαπημένες σας γεύσεις;

Με το φαγητό δεν έχω καμία σχέση – δεν θα πω α μου αρέσει αυτό το γλυκό ή φαγητό. Είμαι τελείως αδιάφορη.

Ποιες είναι ο αγαπημένες σας μυρωδιές;

Μου αρέσει το θυμάρι, ο βασιλικός.

Η Σάμος των παιδικών σας χρόνων τι μυρωδιά είχε;

Εκεί ήταν η αλμύρα της θάλασσας, η μυρωδιά των αχινών, των κοχυλιών.

Ποια συμβουλή θα δίνατε στους σημερινούς γονείς;

Να αρχίσουν να διαβάζουν στα παιδιά απ’ όταν είναι ακόμα πολύ μικρά. Έστω λίγες σελίδες κάθε μέρα. Αυτό μετά τα κάνει να αναζητούν τη συνέχεια, να θέλουν μετά μόνα να διαβάζουν.

Σας άρεσαν οι γιορτές, τα Χριστούγεννα;

Όχι, ειδικά όταν ήμουν παιδί, γιατί έκλειναν τα σχολεία κι έκανα μέρες να δω τις φίλες μου.

Προτιμούσα να πηγαίνω σχολείο παρά να κάθομαι σπίτι.

Εκτός από το διάβασμα ως παιδί τι άλλο σας άρεσε να κάνετε;

Να είμαι πολύ με τις φίλες μου.

Είχατε κάποια αγαπημένη ασχολία, κάποιο παιχνίδι;

Την πάρλα! (γέλια)

Όταν ήσασταν μικρή πιστεύατε στον Άγιο Βασίλη;

Όχι, ποτέ δεν πίστευα. Όπως κι η εγγονή μου μού είπε μια φορά «εμείς δεν πιστεύαμε στον Άγιο Βασίλη, κάναμε ότι πιστεύαμε για να η στεναχωρήσουμε τους γονείς».

Αν ήσασταν Άγιος Βασίλης τι δώρο θα πηγαίνατε στα παιδιά;

Βιβλία (και το λέει με ένα χαρούμενο γέλιο). Εμένα μου άρεσε που μου έφερναν βιβλία για δώρα.

 Μια ευχή για τη νέα χρονιά;

Να είναι όλα τα παιδιά προστατευμένα και κυρίως όλα αυτά τα παιδιά που έρχονται χωρίς γονείς – που είναι για μένα πολύ σκληρό να βρεθείς σε έναν ξένο τόπο και να είσαι μόνος. Ευχή μου για τη νέα χρονιά είναι να βρουν αυτά τα παιδιά στοργή, και από τους μεγάλους και από τα άλλα παιδιά.

 

Περισσότερα για το τελευταίο της βιβλίο:

Καταχώρησε Σχόλιο